Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Απόφαση του ΓΔΕΕ που διατάσσει την επιστροφή στην Ελλάδα ποσού 820.821 ευρώ


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 10ης Οκτωβρίου 2012 (*)
«ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων – Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση – Εκκαθάριση των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμών των κρατών μελών όσον αφορά τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ – Αμέλειες του κράτους μέλους όσον αφορά την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων – Καταλογισμός στο κράτος μέλος των οικονομικών συνεπειών της μη ανακτήσεως»

Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Χαλκιά και τις Σ. Παπαϊωάννου και Β. Καρρά,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον F. Jimeno Fernández και την Ε. Τσερέπα-Lacombe, επικουρούμενους από τον Ν. Κορογιαννάκη, δικηγόρο,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως ή μεταρρυθμίσεως της αποφάσεως Ε(2009) 810 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Φεβρουαρίου 2009, σχετικά με τη δημοσιονομική αντιμετώπιση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, σε ορισμένες υποθέσεις παρατυπιών που διαπράττονται από επιχειρηματίες, κατά το μέρος που η απόφαση αυτή αποκλείει από την κοινοτική χρηματοδότηση και καταλογίζει στην Ελληνική Δημοκρατία ποσό 13 348 979,02 ευρώ,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους N. J. Forwood, πρόεδρο, F. Dehousse (εισηγητή) και J. Schwarcz, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Απριλίου 2012,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
 Νομικό πλαίσιο
1        Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), και ο κανονισμός (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103), που τον διαδέχθηκε, ορίζουν, στο άρθρο τους 8, ότι «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου […] να ανακτούν τα απολεσθέντα λόγω παρατυπιών ή αμελειών ποσά» και ότι, «[σ]ε περίπτωση μη πλήρους ανάκτησης, οι οικονομικές συνέπειες των παρατυπιών ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που οφείλονται σε παρατυπίες ή αμέλειες καταλογιστέες σε διοικητικές αρχές ή άλλους φορείς των κρατών μελών».
2        Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 595/91 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1991, περί των ανωμαλιών και της ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στα πλαίσια της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής καθώς και της οργανώσεως ενός συστήματος πληροφορήσεως στον τομέα αυτόν και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 283/72 (ΕΕ L 67, σ. 11), ορίζει, στο άρθρο του 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο:
«Κατά τη διάρκεια των δύο μηνών που έπονται της λήξεως κάθε τριμήνου, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κατάσταση που περιλαμβάνει τις περιπτώσεις ανωμαλιών οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης διοικητικής ή δικαστικής διαπιστώσεως.»
3        Ο κανονισμός (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 209, σ. 1), ο οποίος διαδέχθηκε τον κανονισμό 1258/1999, ορίζει, στο άρθρο του 32:
«1.      Τα ποσά που ανακτώνται ως επακόλουθο παρατυπιών ή αμέλειας και οι τόκοι τους οποίους αυτά αποφέρουν καταβάλλονται στους οργανισμούς πληρωμών, οι οποίοι τα εγγράφουν στα έσοδα που διατίθενται στο ΕΓΤΕ για τον μήνα της πραγματικής είσπραξής τους.
2.      Κατά την καταβολή στον κοινοτικό προϋπολογισμό, το κράτος μέλος δύναται να παρακρατεί το 20 % των αντιστοίχων ποσών ως κατ’ αποκοπή επιστροφή των εξόδων ανάκτησης, με εξαίρεση τα ποσά που συνδέονται με παρατυπίες ή αμέλεια που μπορούν να αποδοθούν στις διοικητικές υπηρεσίες ή σε άλλους οργανισμούς του εξεταζόμενου κράτους μέλους.
3.      Κατά τη διαβίβαση των ετήσιων λογαριασμών […], τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή ανακεφαλαιωτική κατάσταση των διαδικασιών ανάκτησης που κίνησαν κατόπιν παρατυπιών, με ανάλυση των ποσών που δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί κατά διοικητική ή/και δικαστική διαδικασία και έτος της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξης με την οποία διαπιστώθηκε η παρατυπία.
Τα κράτη μέλη διατηρούν στη διάθεση της Επιτροπής την αναλυτική κατάσταση των επιμέρους διαδικασιών ανάκτησης και των ποσών που δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί.
4.      Αφού εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 31, παράγραφος 3, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να καταλογίσει τα προς ανάκτηση ποσά στο κράτος μέλος, εφόσον:
α)      το κράτος μέλος δεν κίνησε όλες τις διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που προβλέπονται από την εθνική και την κοινοτική νομοθεσία με σκοπό την ανάκτηση των ποσών στη διάρκεια του έτους που ακολουθεί την πρώτη διοικητική ή δικαστική πράξη διαπίστωσης·
β)      η πρώτη διοικητική ή δικαστική πράξη διαπίστωσης δεν συντάχθηκε ή συντάχθηκε με καθυστέρηση ικανή να υπονομεύσει την ανάκτηση ή εφόσον η παρατυπία δεν καταχωρίσθηκε στην ανακεφαλαιωτική κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, του παρόντος άρθρου για το έτος της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξης διαπίστωσης.
5.      Εφόσον η ανάκτηση δεν πραγματοποιηθεί εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξης διαπίστωσης ή οκτώ ετών, αν η ανάκτηση αποτελεί το αντικείμενο προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια, οι οικονομικές συνέπειες της έλλειψης ανάκτησης βαρύνουν κατά 50 % το εμπλεκόμενο κράτος μέλος και κατά 50 % τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Το κράτος μέλος αναφέρει χωριστά στην ανακεφαλαιωτική κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, τα ποσά που δεν ανακτήθηκαν εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
Η κατανομή του δημοσιονομικού βάρους που απορρέει από την έλλειψη ανάκτησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο δεν θίγει την υποχρέωση του εμπλεκόμενου κράτους μέλους να κινήσει τις διαδικασίες ανάκτησης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1, του παρόντος κανονισμού. Τα ποσά που ανακτώνται με τον τρόπο αυτό καταβάλλονται στο ΕΓΤΕ σε ποσοστό 50 %, μετά την παρακράτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 2.
Αν, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάκτησης, διαπιστωθεί με οριστική διοικητική ή δικαστική πράξη ότι δεν έχει διαπραχθεί παρατυπία, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δηλώνει στο ΕΓΤΕ ως δαπάνη τη δημοσιονομική επιβάρυνσή του δυνάμει του πρώτου εδαφίου.
Ωστόσο, αν, για λόγους που δεν μπορούν να αποδοθούν στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, η ανάκτηση δεν μπόρεσε να γίνει εντός των προθεσμιών που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, και το προς ανάκτηση ποσό υπερβαίνει το 1 εκατ. ευρώ, η Επιτροπή μπορεί, έπειτα από αίτηση του κράτους μέλους, να επεκτείνει τις προθεσμίες κατά 50 % κατ’ ανώτατο όριο των αρχικών προθεσμιών.
6.      Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να μην επιδιώξουν ανάκτηση. Η απόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)      αν το σύνολο των πραγματοποιηθέντων και των προβλεπόμενων εξόδων ανάκτησης υπερβαίνει το προς ανάκτηση ποσό·
β)      αν η ανάκτηση είναι αδύνατη λόγω αφερεγγυότητας του οφειλέτη ή των προσώπων που φέρουν τη νομική ευθύνη για την παρατυπία, η οποία αφερεγγυότητα έχει διαπιστωθεί και αναγνωριστεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του σχετικού κράτους μέλους.
Το κράτος μέλος αναφέρει χωριστά στην ανακεφαλαιωτική κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, τα ποσά για τα οποία αποφάσισε να μην εφαρμόσει τις διαδικασίες ανάκτησης, καθώς και τους λόγους που υπαγόρευσαν την απόφαση του αυτή.
7.      Το κράτος μέλος εγγράφει τις οικονομικές συνέπειες που το βαρύνουν κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 στους ετήσιους λογαριασμούς που υποχρεούται να διαβιβάζει στην Επιτροπή […]. Η Επιτροπή εξακριβώνει την ορθότητα της εγγραφής και προβαίνει στις τυχόν αναγκαίες αναπροσαρμογές κατά την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 1.
8.      Αφού εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 31, παράγραφος 3, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση τα ποσά που έχουν καταλογιστεί στον κοινοτικό προϋπολογισμό στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)      κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος άρθρου, εφόσον διαπιστώσει ότι οι παρατυπίες ή η απουσία ανάκτησης οφείλονται σε παρατυπίες ή αμέλεια που μπορούν να αποδοθούν στις διοικητικές ή άλλες υπηρεσίες ή σε οργανισμούς των κρατών μελών·
β)      κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, εφόσον κρίνει ότι οι λόγοι τους οποίους επικαλείται το κράτος μέλος δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την απόφασή του να παύσει τη διαδικασία ανάκτησης.»
4        Όσον αφορά τη χρησιμοποιούμενη στο άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005 έννοια της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξεως διαπιστώσεως, το άρθρο 35 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι ως τέτοια πράξη «νοείται η πρώτη έγγραφη εκτίμηση εκ μέρους της αρμόδιας διοικητικής ή δικαστικής αρχής η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα, με βάση πραγματικά περιστατικά, ότι έχει διαπραχθεί παρατυπία, με την επιφύλαξη του ενδεχομένου να οδηγήσει η εξέλιξη της διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας σε αναθεώρηση ή αναίρεση αυτού του συμπεράσματος μεταγενέστερα».
5        Το άρθρο 49 του κανονισμού 1290/2005 ορίζει:
«Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης [στις 18 Αυγούστου 2005].
Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2007 […]
Πάντως, οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται από τις 16 Οκτωβρίου 2006:
[…]
–      το άρθρο 32, για τις περιπτώσεις οι οποίες γνωστοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού […] 595/91 και για τις οποίες η πλήρης ανάκτηση δεν έχει ακόμη συντελεστεί στις 16 Οκτωβρίου 2006,
[…]»
6        Τα της διαδικασίας για την εκκαθάριση των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, καθορίστηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6), και ακολούθως από τον κανονισμό (ΕΚ) 885/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ L 171, σ. 90).
 Ιστορικό της διαφοράς
7        Το 2002 οι υπηρεσίες της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνέστησαν κοινή ομάδα εργασίας μεταξύ της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (στο εξής: ομάδα εργασίας), στην οποία ανατέθηκε η ρύθμιση των περιπτώσεων παρατυπιών που είχαν γνωστοποιηθεί από τα κράτη μέλη πριν από την 1η Ιανουαρίου 1999 βάσει του κανονισμού 595/91 και αφορούσαν ποσά που ακόμη παρέμεναν εκκρεμή.
8        Λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των σχετικών περιπτώσεων, η ομάδα εργασίας επικέντρωσε την εξέτασή της σε 431 περιπτώσεις παρατυπιών σε διάφορα κράτη μέλη οι οποίες αφορούσαν πάνω από 500 000 ευρώ η κάθε μία.
9        Από τις περιπτώσεις αυτές, 349 εξετάστηκαν από την ομάδα εργασίας σε διάφορες διαδικασίες ελέγχου και απετέλεσαν το αντικείμενο της αποφάσεως 2006/678/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, σε ορισμένες υποθέσεις παρατυπιών από επιχειρηματίες (ΕΕ L 278, σ. 24). Σε 165 από τις 349 αυτές περιπτώσεις, η Επιτροπή αποφάσισε να καταλογίσει στα περί ων επρόκειτο κράτη μέλη τις οικονομικές συνέπειες της μη ανακτήσεως. H απόφαση αυτή, της οποίας αποδέκτες ήσαν επτά κράτη μέλη, δεν αφορά την Ελληνική Δημοκρατία.
10      Οι λοιπές 82 περιπτώσεις εξετάστηκαν από την ομάδα εργασίας στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών ελέγχου, στις οποίες περιλαμβάνονταν, όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία, οι έλεγχοι υπό τα στοιχεία IR/2003/1/GR (20 περιπτώσεις) και IR/2004/1/GR (10 περιπτώσεις).
 Έλεγχος υπό τα στοιχεία IR/2003/1/GR
11      Τον Απρίλιο του 2003 η ομάδα εργασίας ήλεγξε 20 περιπτώσεις που είχαν γνωστοποιηθεί από την Ελληνική Δημοκρατία.
12      Με έγγραφο της 18ης Νοεμβρίου 2004 η Επιτροπή ανακοίνωσε στην Ελληνική Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/1995, τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού, σύμφωνα με τα οποία –κατά το μέρος που αφορά την υπό κρίση προσφυγή– σε οκτώ περιπτώσεις, σχετικές με επιχειρήσεις τυποποιήσεως οι οποίες είχαν μετάσχει στο σύστημα ενισχύσεων για την κατανάλωση ελαιολάδου, η αναζήτηση είχε αποβεί άκαρπη λόγω αμελειών αυτού του κράτους μέλους.
13      Οι οκτώ αυτές περιπτώσεις αντιστοιχούν στις υποθέσεις με τα ακόλουθα στοιχεία: EL/1995/006 (Ελληνικά Ελαιόλαδα ΑΕΒΕ)· EL/1995/005 (Χρυσικός Πολύβιος)· EL/1995/004 (Αριάδνη ΕΠΕ)· EL/1995/003 (Μπρόκος Ιωάννης)· EL/1997/078/G (Μοτάκης και ΣΙΑ ΟΕ)· EL/1997/078/R (Vella AE)· EL/1997/078/U (Υιοί Κιρκινέζου ΟΕ) και EL/1997/078/Y (Olea).
14      Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην ανακοίνωση αυτή με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 2005.
15      Με έγγραφο της 24ης Οκτωβρίου 2005 η Επιτροπή κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία σε διμερή διάλογο, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95.
16      Τα πρακτικά του διμερούς διαλόγου κοινοποιήθηκαν στην Ελληνική Δημοκρατία με έγγραφο της Επιτροπής της 30ής Ιανουαρίου 2006.
17      Η Ελληνική Δημοκρατία κατέθεσε τα σχόλιά της με έγγραφο της 2ας Μαρτίου 2006, η δε Επιτροπή ανακοίνωσε επισήμως τα συμπεράσματά της με έγγραφο της 20ής Απριλίου 2006, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95.
18      Με έγγραφο της 31ης Μαΐου 2006 η Ελληνική Δημοκρατία προσέφυγε στο όργανο συμβιβασμού, το οποίο στις 3 Νοεμβρίου 2006 διατύπωσε τη γνώμη του υπό τα στοιχεία 06/GR/313.
19      Η Επιτροπή ανακοίνωσε την τελική θέση της στην Ελληνική Δημοκρατία με έγγραφο της 2ας Απριλίου 2007.
 Έλεγχος υπό τα στοιχεία IR/2004/1/GR
20      Μεταξύ της 22ας και 24ης Νοεμβρίου 2004 η ομάδα εργασίας ήλεγξε δέκα περιπτώσεις που είχαν γνωστοποιηθεί από την Ελληνική Δημοκρατία.
21      Με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην Ελληνική Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95, τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού σύμφωνα με τα οποία –κατά το μέρος που αφορά την υπό κρίση προσφυγή– σε πέντε περιπτώσεις σχετικές με επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς ιδίως της οινοποιίας ή του βαμβακιού, η αναζήτηση είχε αποβεί άκαρπη λόγω αμελειών αυτού του κράτους μέλους.
22      Οι πέντε αυτές περιπτώσεις αντιστοιχούν στις υποθέσεις με τα ακόλουθα στοιχεία: EL/1991/004 (Οινοχύμ-Ενοχύμ-Βινοχύμ)· EL/1993/001 (Lennard)· EL/1994/031 (Μαγρίζος I)· EL/1995/017 (Μαγρίζος II) και EL/1998/002 (ΕΓΣ Γιαννιτσών).
23      Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην ανακοίνωση αυτή με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 2006.
24      Με έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2006 η Επιτροπή κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία σε διμερή διάλογο, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95.
25      Τα πρακτικά του διμερούς διαλόγου κοινοποιήθηκαν στην Ελληνική Δημοκρατία με έγγραφο της Επιτροπής της 22ας Οκτωβρίου 2006.
26      Η Ελληνική Δημοκρατία κατέθεσε τα σχόλιά της με έγγραφο της 14ης Νοεμβρίου 2006, η δε Επιτροπή ανακοίνωσε επισήμως τα συμπεράσματά της με έγγραφο της 22ας Οκτωβρίου 2007, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 885/2006.
27      Με έγγραφο της 27ης Νοεμβρίου 2007 η Ελληνική Δημοκρατία προσέφυγε στο όργανο συμβιβασμού, το οποίο στις 4 Απριλίου 2008 διατύπωσε τη γνώμη του υπό τα στοιχεία 07/GR/348.
28      Η Επιτροπή ανακοίνωσε την τελική θέση της στην Ελληνική Δημοκρατία με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 2008.
 Συνοπτική έκθεση και προσβαλλόμενη απόφαση
29      Στη συνοπτική έκθεσή της υπό τα στοιχεία AGRI/63554/2008-03-REV2-EN, η Επιτροπή επιβεβαίωσε στην Ελληνική Δημοκρατία τους λόγους και τα ποσά των σχεδιαζόμενων δημοσιονομικών διορθώσεων κατόπιν των δύο ελέγχων υπό τα στοιχεία IR/2003/1/GR και IR/2004/1/GR, οι δε λόγοι των διορθώσεων αυτών ήσαν, κατά βάση, αμέλειες αυτού του κράτους μέλους όσον αφορά την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
30      Στις 13 Φεβρουαρίου 2009 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση Ε(2009) 810 τελικό σχετικά με τη δημοσιονομική αντιμετώπιση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, σε ορισμένες υποθέσεις παρατυπιών που διαπράττονται από επιχειρηματίες (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
31      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005, απέκλεισε από την κοινοτική χρηματοδότηση και καταλόγισε στην Ελληνική Δημοκρατία συνολικό ποσό 13 348 979,02 ευρώ.
32      Το ποσό αυτό κατανέμεται στις δεκατρείς υποθέσεις, που αφορούν οι σκέψεις 13 και 22 ανωτέρω, κατά τον τρόπο που εμφαίνεται στον κατωτέρω πίνακα. Ο πίνακας αυτός ακολουθεί τη σειρά κατατάξεως των εν λόγω υποθέσεων την οποία οι διάδικοι υιοθέτησαν στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής:
Αύξων αριθμός
Διαδικασία IR/2004/1/GR
 
Ποσό (σε ευρώ)
1
EL/1991/004
Οινοχύμ-Ενοχύμ-Βινοχύμ
4 126 511,00
2
EL/1993/001
Lennard
519 907,00
3
EL/1994/031
Μαγρίζος I
300 914,99
4
EL/1995/017
Μαγρίζος II
276 347,86
5
EL/1998/002
ΕΓΣ Γιαννιτσών
81 119,62
 
Διαδικασία IR/2003/1/GR
  
6
EL/1995/006
Ελληνικά Ελαιόλαδα ΑΕΒΕ
2 124 041,00
7
EL/1995/005
Χρυσικός Πολύβιος
1 220 927,52
8
EL/1995/004
Αριάδνη ΕΠΕ
616 933,00
9
EL/1995/003
Μπρόκος Ιωάννης
274 402,00
10
EL/1997/078/G
Μοτάκης και ΣΙΑ ΟΕ
1 263 845,00
11
EL/1997/078/R
Vella ΑΕ
1 170 551,00
12
EL/1997/078/U
Υιοί Κιρκινέζου ΟΕ
1 226 275,03
13
EL/1997/078/Y
Olea
147 204,00
Σύνολο
  
13 348 979,02

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
33      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου (νυν Γενικού Δικαστηρίου) στις 14 Απριλίου 2009, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
34      Δεδομένου ότι τροποποιήθηκε η σύνθεση των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, η υπόθεση, η οποία αρχικά είχε ανατεθεί στο πρώτο τμήμα, ανατέθηκε στο όγδοο τμήμα την 1η Οκτωβρίου 2010. Επειδή νέος εισηγητής δικαστής ορίστηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2011 και αυτός τοποθετήθηκε στο δεύτερο τμήμα, η υπόθεση ανατέθηκε στο τμήμα αυτό.
35      Με έγγραφο της 14ης Απριλίου 2011 το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε, βάσει του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, την Επιτροπή να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε εν προκειμένω με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Μαΐου 2011.
36      Κατόπιν εισηγήσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Απριλίου 2012.
37      Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–        να ακυρώσει ή να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που την αφορά·
–        να διατάξει να της επιστραφεί το 50 % που παρακρατήθηκε βάσει του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, στις υποθέσεις αριθ. 2 έως 4, 6 και 8 έως 13·
–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
38      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–        να απορρίψει την προσφυγή·
–        να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
 Σκεπτικό
39      Η Ελληνική Δημοκρατία διατυπώνει πέντε λόγους προς στήριξη της προσφυγής της. Με τον πρώτο ρητώς προβάλλονται έλλειψη έγκυρης νομικής βάσεως, πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Ο δεύτερος, με τον οποίο επιδιώκεται η ακύρωση ή η μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τις υποθέσεις αριθ. 2 έως 5, στηρίζεται στο άρθρο 32, παράγραφος 5, τέταρτο εδάφιο, και παράγραφος 6, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1290/2005. Με τον τρίτο προβάλλεται ότι η ετήσια προθεσμία του άρθρου 32, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1290/2005 δεν έχει εφαρμογή επί των παρατυπιών που είναι προγενέστερες της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού αυτού. Με τον τέταρτο προβάλλονται παραγραφή της απαιτήσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Με τον πέμπτο προβάλλεται παραβίαση της εικοσιτετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005.
 Επί του πρώτου λόγου με τον οποίο προβάλλονται έλλειψη έγκυρης νομικής βάσεως, πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
40      Με τον υπό κρίση λόγο, η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί, κατά βάση, τη ratione temporis εφαρμογή του άρθρου 32 του κανονισμού 1290/2005 και υποστηρίζει ότι, αν υποτεθεί ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή, η Επιτροπή την παρέβη και υπέπεσε σε πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Τέλος, διατείνεται ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
41      Η Επιτροπή αμφισβητεί τη θέση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
42      Πρέπει να εξεταστούν, διαδοχικώς, η αιτίαση περί ελλείψεως έγκυρης νομικής βάσεως, ακολούθως η αιτίαση περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και, τέλος, εκείνη περί παραβάσεως του προαναφερθέντος άρθρου 32 καθώς και περί της πολλαπλής πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως που φέρεται ότι εμφιλοχώρησε στο πλαίσιο αυτό.
 Επί της ελλείψεως έγκυρης νομικής βάσεως
43      Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι, πριν από το 2006, η εφαρμοστέα ρύθμιση δεν καθόριζε προθεσμία για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων και ότι, επομένως, απόφαση ανακτήσεως μπορούσε να ληφθεί εντός «εύλογου χρόνου» από τη διαπίστωση της παρατυπίας, αξιολογούμενου σε συνάρτηση με την πολυπλοκότητα της υποθέσεως. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά της στις υποθέσεις αριθ. 1 έως 13 πρέπει να αξιολογηθεί, ακόμη και μετά τις 15 Οκτωβρίου 2006, με γνώμονα όχι το άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005 και τις προθεσμίες που αυτό καθορίζει, αλλά την προγενέστερη ρύθμιση και την έννοια του εύλογου χρόνου.
44      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, πριν αρχίσει να εφαρμόζεται το άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005, οι εφαρμοστέες διατάξεις, δηλαδή το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 και ακολούθως το άρθρο 8 του κανονισμού 1258/1999, υποχρέωναν τα κράτη μέλη να «λαμβάνουν […] τα αναγκαία μέτρα προκειμένου […] να διώκουν τις παρατυπίες [και] να ανακτούν τα απολεσθέντα λόγω παρατυπιών ή αμελειών ποσά» και διευκρίνιζαν ότι, «[σ]ε περίπτωση μη πλήρους ανάκτησης, οι οικονομικές συνέπειες των παρατυπιών ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που οφείλονται σε παρατυπίες ή αμέλειες καταλογιστέες σε διοικητικές αρχές ή άλλους φορείς των κρατών μελών».
45      Η ανάκτηση έπρεπε να γίνει ταχέως, δεδομένου ότι, κατά τη νομολογία, τα κράτη μέλη όφειλαν να ενεργούν όχι μόνον εντός «εύλογου χρόνου», αλλά και «αμελλητί».
46      Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να τηρούν την κατά το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (στη συνέχεια, άρθρο 10 ΕΚ) γενική υποχρέωση επιμέλειας, όπως αυτή διευκρινίζεται από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70, όσον αφορά τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, και ότι η υποχρέωση αυτή συνεπαγόταν ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν αμελλητί τα μέτρα που προορίζονται να άρουν τις παρατυπίες (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Οκτωβρίου 1990, C‑34/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑3603, σκέψη 12· της 21ης Ιανουαρίου 1999, C‑54/95, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑35, σκέψη 177, και της 13ης Νοεμβρίου 2001, C‑277/98, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑8453, σκέψη 40).
47      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι, μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων κινδυνεύει να καταστεί περίπλοκη ή αδύνατη, λόγω ορισμένων περιστάσεων όπως, μεταξύ άλλων, η παύση δραστηριοτήτων ή η απώλεια λογιστικών εγγράφων (προαναφερθείσα στη σκέψη 46 απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 12, και προαναφερθείσα στη σκέψη 46 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 177).
48      Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα στη σκέψη 46 απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι περιστάσεις αυτές συντρέχουν ιδίως όταν κράτος μέλος ανέμεινε τέσσερα έως δέκα έτη πριν κινήσει τις διαδικασίες αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων (σκέψη 13 της αποφάσεως εκείνης). Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα στη σκέψη 46 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 180 έως 185), το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση ενός έτους για την κίνηση της διαδικασίας ανακτήσεως καθώς και ο τρόπος διεξαγωγής της τελευταίας συνιστούσαν παράβαση των υποχρεώσεων που το περί ου επρόκειτο κράτος μέλος είχε από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70.
49      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, ήδη πριν από την έκδοση του κανονισμού 1290/2005, το κοινοτικό δίκαιο επέβαλλε στα κράτη μέλη υποχρέωση αμελλητί δράσεως για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, υποχρέωση που αξιολογούνταν από τον κοινοτικό δικαστή με γνώμονα προθεσμίες που αυτός θεωρούσε εύλογες.
50      Εν προκειμένω, η Επιτροπή, μολονότι αληθεύει ότι επικαλέστηκε το άρθρο 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005 –το οποίο εφαρμόζεται από τις 16 Οκτωβρίου 2006– στη συνοπτική έκθεση και στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σημείο 1, τελευταίο εδάφιο, της συνοπτικής εκθέσεως και δεύτερο «υπόψη» της προσβαλλομένης αποφάσεως), παρά ταύτα ρητώς αναφέρθηκε, με εμπεριστατωμένο τρόπο, επίσης στην προγενέστερη ρύθμιση και στη νομολογία του Δικαστηρίου για να στηρίξει το συμπέρασμά της ότι η Ελληνική Δημοκρατία επέδειξε αμέλεια όσον αφορά την ανάκτηση των σχετικών ποσών (βλ. σημείο 2 της συνοπτικής εκθέσεως και αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
51      Έτσι, και αντιθέτως προς την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε, για την εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005, τις προθεσμίες του άρθρου 32, παράγραφοι 4 και 5, του ίδιου κανονισμού, αλλά επικεντρώθηκε στο να αξιολογήσει τη συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας υπό το πρίσμα των κανόνων που είχαν εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
52      Στο πλαίσιο αυτό, ορθώς η Επιτροπή, στο υπόμνημα αντικρούσεως, διατείνεται, κατά βάση, ότι οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70, ακολούθως του κανονισμού 1258/1999, και του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ (στη συνέχεια, άρθρου 10 ΕΚ), όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, συνιστούν, σε συνάρτηση με το άρθρο 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005, το οποίο πλέον έχει εφαρμογή, επαρκή νομική βάση για τη δημοσιονομική διόρθωση που η προσβαλλόμενη απόφαση επέβαλε στην Ελληνική Δημοκρατία.
53      Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι εσφαλμένως διατείνεται η Ελληνική Δημοκρατία ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται έγκυρης νομικής βάσεως.
 Επί της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
54      Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι πλημμελής, ανεπαρκής και αόριστη. Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι, ως αρχική αιτιολογία, η Επιτροπή προέβαλε παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70 και ακολούθως του άρθρου 8 του κανονισμού 1258/1999, συνδεόμενη με τη διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν έλαβε κανένα μέτρο ανακτήσεως ή ότι η διαδικασία ανακτήσεως άρχισε πολύ μετά τη διαπίστωση της παρατυπίας. Εντούτοις, η Επιτροπή προβάλλει, ήδη, παράβαση του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005. Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί ανά περίπτωση την αμέλεια που της προσάπτεται σε κάθε μία από τις δεκατρείς υποθέσεις.
55      Όσον αφορά, πρώτον, το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε, κατά τη διοικητική διαδικασία, διαδοχικώς, στα άρθρα 8 των κανονισμών 729/70 και 1258/1999 και ακολούθως στο άρθρο 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005, τούτο δεν καταδεικνύει ανεπαρκή αιτιολογία, αλλά αποτελεί συνέπεια του ότι, από τις 16 Οκτωβρίου 2006, και επομένως κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής, η τελευταία διάταξη έχει καταστεί εφαρμοστέα για τις περιπτώσεις παρατυπιών που είχαν γνωστοποιηθεί αλλά σχετικά με τις οποίες εξακολουθούσε να μην έχει γίνει πλήρης ανάκτηση μέχρι την ημερομηνία εκείνη.
56      Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί ανά περίπτωση την αμέλεια που προσάπτεται στην Ελληνική Δημοκρατία σε κάθε μία από τις δεκατρείς υποθέσεις, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η έκταση της κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της επίμαχης πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1993, C‑54/91, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑3399, σκέψη 10, και της 14ης Απριλίου 2005, C‑335/03, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑2955, σκέψη 83).
57      Στο ιδιαίτερο πλαίσιο της διαμορφώσεως των αποφάσεων που αφορούν την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει, κατά τη νομολογία, να θεωρείται επαρκής όταν υπήρχε στενή επαφή με το κράτος αποδέκτη κατά τη διαδικασία διαμορφώσεως της ανωτέρω αποφάσεως και το κράτος αυτό γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή εκτιμούσε ότι δεν πρέπει να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίμαχο ποσό (απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Ιουνίου 2003, C‑329/00, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑6103, σκέψη 83· προαναφερθείσα στη σκέψη 56 απόφαση Πορτογαλία κατά Επιτροπής, σκέψη 84, και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2009, T‑368/05, Αυστρία κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 149).
58      Πάντως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία διαμορφώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως υπήρχε στενή επαφή με την Ελληνική Δημοκρατία. Οι αμφιβολίες που η Επιτροπή είχε όσον αφορά τη δράση των ελληνικών αρχών για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων απετέλεσαν το αντικείμενο μακράς αλληλογραφίας και επελήφθη το όργανο συμβιβασμού.
59      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή ρητώς ανέφερε, στα διάφορα στάδια της διοικητικής διαδικασίας, και ακολούθως στη συνοπτική έκθεσή της, τους λόγους του καταλογισμού των επίμαχων ποσών στην Ελληνική Δημοκρατία, για κάθε μία από τις δεκατρείς υποθέσεις που αποτελούν αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
60      Από τις ανωτέρω διαπιστώσεις προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αιτιολογημένη σύμφωνα με το άρθρο 296 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
 Επί της παραβάσεως του άρθρου 32 του κανονισμού 1290/2005 και επί της πολλαπλής πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως που φέρεται ότι εμφιλοχώρησε στο πλαίσιο αυτό
–       Στην υπόθεση αριθ. 1, Οινοχύμ-Ενοχύμ-Βινοχύμ (EL/1991/004)
61      Στην υπόθεση αριθ. 1, Οινοχύμ-Ενοχύμ-Βινοχύμ (EL/1991/004), η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι εσφαλμένως εκτιμά η Επιτροπή ότι τουλάχιστον τέσσερα έτη παρήλθαν μεταξύ του εντοπισμού της απάτης, το 1991, κατά το θεσμικό αυτό όργανο και της αποστολής εντάλματος ανακτήσεως το 1996.
62      Συγκεκριμένα, η Επιτροπή σφάλλει όσον αφορά την ημερομηνία της πρώτης πράξεως διαπιστώσεως παρατυπίας. Η πράξη αυτή δεν έλαβε χώρα το 1991, αλλά μόλις στις 15 Μαΐου 1995, ημερομηνία του πορίσματος του οικονομικού επιθεωρητή του ελληνικού Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο πόρισμα αναφέρεται ως αιτιολογική βάση για την έκδοση από τις ελληνικές αρχές, στις 24 Δεκεμβρίου 1996, της αποφάσεως να καταλογιστούν στην επιχείρηση τα αχρεωστήτως καταβληθέντα. Κατά την προγενέστερη περίοδο (1991-1995), ουδεμία από τις έρευνες που διενήργησαν οι ελληνικές αρχές απεκάλυψε παρατυπία. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμία διαπίστωση παρατυπίας προγενέστερη του 1995 και, επομένως, καμία αμέλεια της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η τετραετής προθεσμία άρχισε να τρέχει μόνον από τον Μάιο του 1995.
63      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, επιπλέον, ότι τότε προέβαινε σε κοινοποίηση υπό ευρεία ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91, μόλις είχε υπόνοιες παρατυπιών. Η εν λόγω κοινοποίηση ήταν, για την Ελληνική Δημοκρατία, μια τυπική απλώς πράξη, ενημερωτικού χαρακτήρα, και όχι η πρώτη πράξη υπό την έννοια της κοινοτικής ρυθμίσεως.
64      Πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τις υποχρεώσεις που τα κράτη μέλη έχουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, από τα άρθρα 2 και 3 των κανονισμών 729/70 και 1258/1999, καθώς και από το άρθρο 3 του κανονισμού 1290/2005, προκύπτει ότι μόνον οι πράξεις που διενεργήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες δύνανται να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 1999, C‑240/97, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑6571, σκέψη 36).
65      Από το άρθρο 8, παράγραφος 1, των κανονισμών 729/70 και 1258/1999 καθώς και από το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1290/2005 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα για να βεβαιωθούν τα ίδια ότι πράγματι διενεργήθηκαν οι πράξεις που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, για να αποτρέψουν και να διώξουν τις παρατυπίες και για να ανακτήσουν τα ποσά που απωλέσθηκαν κατόπιν παρατυπιών ή αμελειών (βλ., στο ίδιο πνεύμα, προαναφερθείσα στη σκέψη 64 απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 37).
66      Πάντως, καίτοι οι εθνικές αρχές παραμένουν ελεύθερες να επιλέγουν τα μέτρα και ένδικα βοηθήματα που κρίνουν κατάλληλα για την προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων και, ιδίως, για την είσπραξη των κοινοτικών απαιτήσεων (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιουλίου 2005, C‑370/03, Ελλάδα κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 44), παρά ταύτα η ελευθερία αυτή ουδόλως δύναται να επηρεάσει την ταχύτητα, την καλή οργάνωση και την πληρότητα των ελέγχων και ερευνών που απαιτούνται προς τούτο (προαναφερθείσα στη σκέψη 46 απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 96, και προαναφερθείσα στη σκέψη 64 απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 37).
67      Επιπλέον, μολονότι στην Επιτροπή απόκειται να δικαιολογήσει μια απόφαση με την οποία διαπιστώνονται ανυπαρξία ελέγχων ή ελλείψεις στους ελέγχους που διενήργησε το περί ου πρόκειται κράτος μέλος, όταν η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει με ορισμένες δαπάνες το ΕΓΤΠΕ με την αιτιολογία ότι αυτές προκλήθηκαν από παραβάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως καταλογιστέες σε κράτος μέλος, παρά ταύτα στο τελευταίο απόκειται να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη της χρηματοδοτήσεως που απέρριψε η Επιτροπή (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 14, και της 4ης Ιουλίου 1996, C‑50/94, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-3331, σκέψη 27). Η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή επίσης όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι το κράτος μέλος δεν τήρησε την υποχρέωση να εξακριβώσει τις διάφορες πράξεις ή να αναζητήσει με επιμέλεια τις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στους αποδέκτες τους (βλ., στο ίδιο πνεύμα, προαναφερθείσα στη σκέψη 64 απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 38).
68      Με γνώμονα αυτές ακριβώς τις κρίσεις πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.
69      Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η πρώτη πράξη διαπιστώσεως παρατυπίας στην υπόθεση αριθ. 1 έλαβε χώρα μόλις το 1995 και ότι, επομένως, ουδεμία αμέλεια δύναται να προσαφθεί στην Ελληνική Δημοκρατία για την περίοδο 1991-1995, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
70      Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει και ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι, στην υπόθεση εκείνη, η βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91 κοινοποίηση απευθύνθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία στην Επιτροπή στις 29 Μαΐου 1991.
71      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη διάταξη αυτή, η κοινοποίηση αφορά τις «περιπτώσεις ανωμαλιών οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης διοικητικής ή δικαστικής διαπιστώσεως» από το περί ου πρόκειται κράτος μέλος. Πάντως, η βάσει της διατάξεως αυτής κοινοποίηση ανήκει, εξ ορισμού, στην ευθύνη των κρατών μελών και η Επιτροπή, η οποία συναφώς δεν έχει καμία υποχρέωση και κανένα μέσο εξακριβώσεως, πρέπει να μπορεί να στηριχθεί στην κοινοποίηση αυτή ως πιστοποιούσα την ύπαρξη, σε εθνικό επίπεδο, μιας πρώτης πράξεως διαπιστώσεως παρατυπίας.
72      Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία δεν διατείνεται, και ακόμη περισσότερο δεν αποδεικνύει, ότι, κατά παρέκκλιση από τον σκοπό της όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 595/91, η κοινοποίηση που διενεργήθηκε στις 29 Μαΐου 1991 ανέφερε ότι γινόταν πρόωρα, και μάλιστα πριν οποιαδήποτε πρώτη πράξη διαπιστώσεως παρατυπίας.
73      Όσο για το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι τότε προέβαινε με πολύ ευρύ τρόπο στην κοινοποίηση βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91 και, επομένως, προέβαινε στην κοινοποίηση αυτή όχι μόνον όταν επρόκειτο για παρατυπίες που είχαν γίνει το αντικείμενο μιας πρώτης πράξεως διαπιστώσεως, αλλά και όταν επρόκειτο για απλές υποψίες, καταγγελίες ή ανεξακρίβωτες κατηγορίες, επισημαίνεται ότι το γενικόλογο αυτό επιχείρημα είναι αστήρικτο.
74      Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε να κλονίσει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι πάνω από τέσσερα έτη παρήλθαν από την πρώτη πράξη διαπιστώσεως παρατυπίας έως την κίνηση, το 1996, διαδικασίας ανακτήσεως.
75      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι η από 29 Μαΐου 1991 κοινοποίηση απευθύνθηκε πρόωρα, βάσει απλών υποψιών ή μη ακόμα εξακριβωμένων καταγγελιών, η Ελληνική Δημοκρατία θα όφειλε πάντως να προβεί με επιμέλεια και αποτελεσματικότητα στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
76      Διαπιστώνεται εντούτοις ότι οι πρωτοβουλίες που η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ανέλαβε από το 1991 μέχρι το 1995 ήσαν, στην πράξη, εντελώς αναποτελεσματικές και ακατάλληλες προκειμένου να εντοπιστούν οι παρατυπίες που τελικά διώχθηκαν το 1996, παρατυπίες οι οποίες ανατρέχουν στο 1990 και για τις οποίες η Επιτροπή σημειώνει, χωρίς να υπάρξει αντίλογος, ότι ήσαν προφανείς.
77      Εν προκειμένω, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι από το με ημερομηνία 24 Δεκεμβρίου 1996 ένταλμα ανακτήσεως προκύπτει ότι οι έλεγχοι της Ελληνικής Δημοκρατίας είχαν, μεταξύ άλλων, δείξει, πρώτον, ότι η εταιρία Βινοχύμ «αδυνατούσε να παρασκευάσει συμπυκνωμένο γλεύκος διότι δεν διέθετε μηχανήματα παρασκευής του γλεύκους αυτού», δεύτερον, ότι «δύο από τους δηλωθέντες εμπλουτισμούς εμφανίζονται να έγιναν πριν από την ίδρυση της εταιρίας», τρίτον, ότι η εταιρία αυτή «δεν διέθετε την πρώτη ύλη για την παρασκευή του συμπυκνωμένου γλεύκους» και, τέταρτον, ότι «τέτοια ποσότητα παραγωγής [δηλαδή 114 000 εκατόλιτρα (hl)] δεν ήταν δυνατό να αποθηκευθεί στις εγκαταστάσεις […] των οποίων η χωρητικότητα ήταν 62 000 hl».
78      Η Ελληνική Δημοκρατία δεν παρέχει καμία εξήγηση σχετικά με τον λόγο για τον οποίο τέτοια πραγματικά στοιχεία, που παρά ταύτα a priori μπορούσαν ευχερώς να διαπιστωθούν, δεν αποκαλύφθηκαν από τους ελέγχους που διεξήχθησαν μεταξύ του 1991 και του 1995.
79      Περιορίζεται να αναφέρει ότι ο αριθμός των ελέγχων και πρωτοβουλιών μεταξύ του 1991 και του 1995 είναι επαρκής για να αποδείξει έλλειψη αμέλειάς της. Δέχεται ότι θα μπορούσε να της προσαφθεί αναποτελεσματικότητα ενεργειών, ή ατυχής επιλογή τους, αλλά ασφαλώς όχι αμέλεια.
80      Παρά ταύτα, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αναποτελεσματικότητα των πολυάριθμων ελέγχων που φέρεται ότι διενεργήθηκαν κατά την περίοδο 1991-1995 καθιστά, αντιθέτως, κατάφωρη την αμέλεια της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η τελευταία όφειλε να διασφαλίσει αποτελεσματικό και επιμελή έλεγχο όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως των ενισχύσεων και να προβεί με επιμέλεια στην αναζήτηση των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στους αποδέκτες τους. Όπως αναφέρει, κατά βάση, η Επιτροπή, το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο δεν αρκείται σε οποιαδήποτε προσπάθεια ελέγχου ή ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων σε οποιονδήποτε χρόνο, αλλά απαιτεί αποτελεσματική και ταχεία προσπάθεια με έγκαιρη χρησιμοποίηση όλων των μέσων ελέγχου και ανακτήσεως που είναι διαθέσιμα στο κράτος μέλος, του οποίου οι υπηρεσίες οφείλουν να ενεργούν με την αναγκαία επιμέλεια για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, που δεν είναι άλλος από την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης με την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων στους επιχειρηματίες. Τυχόν καθυστερημένες, αποσπασματικές, άκυρες ή ατελέσφορες ενέργειες δεν αρκούν για να απαλλαγεί το κράτος μέλος από την ευθύνη του και να αποφύγει τον καταλογισμό των οικονομικών συνεπειών της μη ανακτήσεως.
81      Πρέπει, εξάλλου, να απορριφθεί το επιχείρημα ότι το ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας βασίμως ανέμενε την έκβαση ποινικών διαδικασιών που κινήθηκαν το 1991 στην υπόθεση εκείνη πριν αποφανθεί επί των παρατυπιών, και ότι άλλωστε η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1).
82      Πράγματι, το γεγονός ότι κινήθηκε ποινική διαδικασία δεν δύναται ούτε να εξηγήσει ούτε να δικαιολογήσει την αναποτελεσματικότητα των ελέγχων που διενεργήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία μεταξύ του 1991 και του 1995. Όπως, όμως, η Ελληνική Δημοκρατία ομολόγησε, η αναποτελεσματικότητα των εν λόγω ελέγχων μεταξύ του 1991 και του 1995 είναι εκείνη που εξηγεί ότι η πρώτη πράξη για την ανάκτηση έλαβε χώρα μόλις το 1996.
83      Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι στο κράτος μέλος απόκειται να επιλέξει τα κατάλληλα μέσα για να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και την αμελλητί ανάκτηση των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως (βλ. νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 66 και 67 ανωτέρω). Άλλωστε, στο πλαίσιο αυτό, η κίνηση ποινικής διαδικασίας δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απόσχουν από τη λήψη κάθε μέτρου αποβλέποντος, αν όχι στην ανάκτηση, τουλάχιστον στην εξασφάλιση μιας απαιτήσεως που απορρέει από αχρεώστητη καταβολή βάσει του ΕΓΤΠΕ.
84      Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο εφόσον δεν αμφισβητείται ότι, στο ελληνικό δίκαιο, η κίνηση ποινικών διαδικασιών ουδόλως αποκλείει τη δυνατότητα της διοικήσεως όπως, συγχρόνως και ανεξαρτήτως, κινήσει διοικητικές ή αστικές διαδικασίες για την εν λόγω εξασφάλιση και ανάκτηση.
85      Όσο για την επίκληση από την Ελληνική Δημοκρατία του άρθρου 6 του κανονισμού 2988/95, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή προβλέπει αναστολή της διαδικασίας επιβολής χρηματικών κυρώσεων, όπως είναι τα διοικητικά πρόστιμα, στο εγκαλούμενο πρόσωπο όσο διαρκεί η ποινική διαδικασία που κινήθηκε εις βάρος του. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή ουδόλως προβλέπει αναστολή των αστικών ή διοικητικών διαδικασιών που αποσκοπούν στην εξασφάλιση ή είσπραξη των απαιτήσεων.
86      Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα ότι εξακολουθούν να μην έχουν παραγραφεί τα χρέη των συγκεκριμένων επιχειρήσεων και ότι συνεχίζονται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων οι δικαστικές ενέργειες, το επιχείρημα αυτό σε τίποτα δεν αναιρεί το ότι οι ελληνικές αρχές πράγματι επέδειξαν την αμέλεια που διαπιστώθηκε από την Επιτροπή. Η περίσταση ότι η Ελληνική Δημοκρατία ενδέχεται, στο μέλλον, να επιτύχει την εν όλω ή εν μέρει ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η ανάκτηση αυτή θα μπορούσε, το πολύ, να καταστήσει δυνατό τον περιορισμό των οικονομικών συνεπειών που η απόφαση αυτή έχει για την Ελληνική Δημοκρατία.
87      Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε, με τον υπό εξέταση λόγο, να κλονίσει τη βασιμότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά την αμέλεια αυτού του κράτους μέλους στο πλαίσιο της υποθέσεως αριθ. 1 και την απόφαση του θεσμικού αυτού οργάνου να της καταλογίσει τις οικονομικές συνέπειες της μη ανακτήσεως.
–       Στην υπόθεση αριθ. 2, Lennard (EL/1993/001)
88      Στην υπόθεση αριθ. 2, Lennard (EL/1993/001), η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στην Επιτροπή ότι συνήγαγε την ύπαρξη αμέλειάς της χωρίς να λάβει υπόψη τα στοιχεία που της είχε διαβιβάσει, και από τα οποία προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία επέδειξε επιμέλεια όσον αφορά την ανάκτηση. Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η Επιτροπή ουδόλως έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η Ελληνική Δημοκρατία συνέχισε τις διαδικασίες ανακτήσεως έστω και αν, λόγω της καταστάσεως αφερεγγυότητας της συγκεκριμένης εταιρίας και των διαχειριστών της, κάλλιστα θα μπορούσε να αποφασίσει να μην επιδιώξει την ανάκτηση αυτή.
89      Η Επιτροπή αμφισβητεί τη θέση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αφενός, οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία δεν της έδωσαν τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι απεδείχθη επιμέλεια αυτού του κράτους μέλους όσον αφορά την ανάκτηση. Αφετέρου, η αμέλεια των ελληνικών αρχών για την επιδίωξη της ανακτήσεως είναι προγενέστερη της διαπιστώσεως της αφερεγγυότητας των οφειλετών.
90      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, στη διοικητική διαδικασία, η Επιτροπή, με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 2005 με το οποίο ανακοίνωσε στην Ελληνική Δημοκρατία τα αποτελέσματα του ελέγχου, εξέθεσε ότι θεωρεί ότι αυτό το κράτος μέλος δεν κίνησε αμελλητί τη διαδικασία ανακτήσεως. Συγκεκριμένα, πάνω από δύο έτη παρήλθαν από τη διαπίστωση της παρατυπίας έως την κίνηση της διαδικασίας ανακτήσεως, με την αποστολή αποφάσεως καταλογισμού, στις 6 Σεπτεμβρίου 1994. Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές δεν επεδίωξαν με επιμέλεια την ανάκτηση.
91      Με την από 23 Ιανουαρίου 2006 απάντησή της, η Ελληνική Δημοκρατία εξέθεσε ότι εξακολουθεί να μη μπορεί να βρεθεί ο αποδέκτης των αχρεωστήτων καταβολών και ότι τούτο εξηγεί τον χρόνο που απαιτήθηκε για την κίνηση της διαδικασίας ανακτήσεως. Ειδοποίηση να αποδοθούν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα απεστάλη από τις ελληνικές αρχές τον Φεβρουάριο του 1994 και επεστράφη με τη μνεία ότι ο παραλήπτης αναχώρησε χωρίς να δηλώσει διεύθυνση. Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία εξέθεσε ότι ένα περιουσιακό στοιχείο κατασχέθηκε, το 2000, λίγο μετά από μια ποινική απόφαση που εκδόθηκε το 1999.
92      Με το από 25 Ιουλίου 2006 έγγραφό της με το οποίο κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία σε διμερή συνάντηση, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η Ελληνική Δημοκρατία κίνησε τη διαδικασία ανακτήσεως εντός εύλογης προθεσμίας μετά την αποκάλυψη της παρατυπίας. Παρά ταύτα, κατά την Επιτροπή, οι απαντήσεις που παρασχέθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία όσον αφορά τη συνέχεια που δόθηκε στη διαδικασία ανακτήσεως δεν ήσαν επαρκείς. Η Επιτροπή ζήτησε πρόσθετες πληροφορίες.
93      Με το από 14 Νοεμβρίου 2006 έγγραφό της κατόπιν της διμερούς συναντήσεως, και ακολούθως με το από 27 Νοεμβρίου 2007 έγγραφό της με το οποίο προσέφυγε στο όργανο συμβιβασμού, η Ελληνική Δημοκρατία παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες που είχαν πραγματοποιηθεί.
94      Η Ελληνική Δημοκρατία εξέθεσε έτσι ότι, όπως προκύπτει από έγγραφο της ΔΟΥ Πειραιά της 6ης Οκτωβρίου 2006, ανέλαβε πολλές πρωτοβουλίες για την ανάκτηση παρά το ότι, από το 1993, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε καμία σοβαρή προοπτική ανακτήσεως.
95      Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1993, δικαστικός επιμελητής έχων εντολή να επιβάλει κατασχέσεις βεβαίωσε ότι δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί ακίνητο που να ανήκει στην εταιρία και ότι δεν μπόρεσε να κατασχέσει κινητά επειδή, κατά τις πληροφορίες που συνέλεξε επί τόπου, η εταιρία αυτή είχε διαλυθεί προ εξαμήνου.
96      Το 1993 ζητήθηκαν πληροφορίες σε όλα τα ελληνικά υποθηκοφυλακεία για να εντοπιστούν ακίνητα δυνάμενα να κατασχεθούν. Κατόπιν των πρωτοβουλιών αυτών, εντοπίστηκε μόνον ένα ακίνητο, στο όνομα ενός εκ των διαχειριστών της εταιρίας και τόσο μικρής αξίας (17 250 ευρώ) που η πώλησή του δεν θα απέφερε κανένα πραγματικό όφελος. Ενεγράφη υποθήκη επί του ακινήτου αυτού και τούτο κατασχέθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2000.
97      Κατά των διαχειριστών της συγκεκριμένης εταιρίας ασκήθηκαν ποινικές διώξεις, τους επιβλήθηκε δε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και στη συνέχεια καταδικάστηκαν σε ποινές φυλακίσεως για μη καταβολή των χρεών της εταιρίας προς το Δημόσιο και φυλακίστηκαν.
98      Πολυάριθμες ειδοποιήσεις απεστάλησαν στους οφειλέτες. Πολλές από αυτές, καίτοι δεν είχαν καταχωριστεί στο πληροφοριακό σύστημα, απεστάλησαν μεταξύ του 1994 και του 1997, και δώδεκα απεστάλησαν από το 1997. Εννέα ειδοποιήσεις απεστάλησαν πριν από την εγγραφή υποθήκης, τρεις πριν από την άσκηση ποινικών διώξεων και δύο πριν από την κράτηση.
99      Η Επιτροπή, σε επιστολή της με ημερομηνία 22 Οκτωβρίου 2007, στην τελική της θέση της 29ης Σεπτεμβρίου 2008 και στη συνοπτική έκθεσή της, ενέμεινε στην άποψή της ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν παρέσχε εμπεριστατωμένες αποδείξεις ως προς το ότι επεδίωξε αμελλητί την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων βάσει του ΕΓΤΠΕ. Επ’ αυτής της βάσεως, η Επιτροπή, στην προσβαλλόμενη απόφαση, καταλόγισε στην Ελληνική Δημοκρατία τις οικονομικές συνέπειες της μη ανακτήσεως. Η Επιτροπή δεν ανέφερε τα στοιχεία που η Ελληνική Δημοκρατία είχε επικαλεστεί σχετικά με την αφερεγγυότητα της συγκεκριμένης εταιρίας και των διαχειριστών της.
100    Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Ελληνική Δημοκρατία επανέλαβε, αφενός, ότι η Επιτροπή συνήγαγε την ύπαρξη αμέλειάς της χωρίς να λάβει υπόψη τα στοιχεία που της είχε διαβιβάσει κατά τη διοικητική διαδικασία και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις περιστάσεις της υποθέσεως αριθ. 2 που ανάγονται στην αφερεγγυότητα της συγκεκριμένης εταιρίας και των διαχειριστών της. Η Ελληνική Δημοκρατία εξέθεσε ότι, ενώ θα μπορούσε να θεωρήσει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, ότι η ανάκτηση είναι αδύνατη, συνέχισε τις διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες κατά των δύο διαχειριστών, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλακίσεως.
101    Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή σε κανένα χωρίο των δικογράφων της δεν αμφισβητεί ότι είναι υπαρκτή η αφερεγγυότητα της συγκεκριμένης εταιρίας και των διαχειριστών της. Το μόνο που υποστηρίζει είναι ότι η αμέλεια των ελληνικών αρχών όσον αφορά την επιδίωξη της ανακτήσεως είναι προγενέστερη της διαπιστώσεως της αφερεγγυότητας αυτής.
102    Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι η τελευταία εκτίμηση δεν περιλαμβάνεται σε κανένα χωρίο των εγγράφων της Επιτροπής που καταρτίστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και, εν τέλει, της συνοπτικής εκθέσεως και της προσβαλλομένης αποφάσεως.
103    Κατά τη διοικητική διαδικασία, η Επιτροπή στήριξε τη θέση της αποκλειστικά στην εκτίμηση ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι επεδίωξε με επιμέλεια την ανάκτηση. Η Επιτροπή δεν εξέτασε, και ακόμη περισσότερο δεν απάντησε, στα στοιχεία που επικαλέστηκε η Ελληνική Δημοκρατία εκ των οποίων, κατά βάση, προέκυπτε η αφερεγγυότητα των οφειλετών από την αρχή της υποθέσεως αριθ. 2.
104    Εντούτοις, πρέπει να θεωρηθεί ότι Επιτροπή δεν μπορούσε, χωρίς να λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά, να συναγάγει ότι η μη ανάκτηση ήταν το αποτέλεσμα αμελειών καταλογιστέων στην Ελληνική Δημοκρατία.
105    Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών και, ειδικότερα, εκείνων που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 95 έως 97 ανωτέρω, δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι η ανεπαρκής επιμέλεια που προσάπτεται σε αυτό το κράτος μέλος –και που άλλωστε αμφισβητείται από αυτό– δεν είναι εκείνη που προκάλεσε τη μη ανάκτηση, αλλά αντιθέτως αυτό που την προκάλεσε είναι το γεγονός ότι ούτως ή άλλως η αφερεγγυότητα υπήρχε από την αρχή της υποθέσεως και ότι, όποιες και αν ήσαν οι ενέργειες που έγιναν για την ανάκτηση, δεν υπήρχε καμία σοβαρή προοπτική ανακτήσεως.
106    Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, ενώ η ίδια η Επιτροπή δέχθηκε ότι η κίνηση της διαδικασίας ανακτήσεως, με την έκδοση αποφάσεως καταλογισμού στις 6 Σεπτεμβρίου 1994, έλαβε χώρα εντός εύλογης προθεσμίας (βλ. σκέψη 92 ανωτέρω), από τη δικογραφία προκύπτει –και δεν αμφισβητήθηκε– ότι το 1993 δικαστικός επιμελητής έχων εντολή να επιβάλει κατασχέσεις στην τελευταία γνωστή έδρα της εταιρίας δεν μπόρεσε να κατάσχει τίποτα επειδή η εταιρία δεν βρισκόταν πλέον εκεί και ότι αιτήσεις πληροφοριών που είχαν απευθυνθεί στα υποθηκοφυλακεία είχαν αποκαλύψει την ύπαρξη μόνον ενός ακινήτου πολύ μικρής αξίας. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι το ακίνητο αυτό κατασχέθηκε δεόντως από την Ελληνική Δημοκρατία.
107    Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι, στην υπόθεση αριθ. 2, η Επιτροπή, εφόσον δεν έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή, δεν μπορούσε, όπως είχαν τα πράγματα, να συναγάγει ότι η μη ανάκτηση ήταν το αποτέλεσμα αμελειών καταλογιστέων στην Ελληνική Δημοκρατία.
108    Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που καταλογίζει στην Ελληνική Δημοκρατία τις οικονομικές συνέπειες της μη ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων στο πλαίσιο της υποθέσεως αριθ. 2.
–       Στην υπόθεση αριθ. 3, Μαγρίζος I (EL/1994/031)
109    Στην υπόθεση αριθ. 3, Μαγρίζος I (EL/1994/031), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία επέδειξε αμέλεια επειδή δεν κίνησε μια νομικώς έγκυρη διαδικασία ανακτήσεως εντός τεσσάρων ετών από την πρώτη ένδειξη παρατυπίας.
110    Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η υπόθεση εκείνη αφορά ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως κατά την περίοδο 1991-1992 και ότι μια πρώτη απόφαση καταλογισμού εκδόθηκε κατά του οφειλέτη, της εκκοκιστικής εταιρίας Μαγρίζος AE, από τον πρόεδρο του ελληνικού οργανισμού βάμβακος στις 22 Ιουλίου 1994. Επιπλέον, η παρατυπία έγινε το αντικείμενο κοινοποιήσεως βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91 κατά το τρίτο τρίμηνο του 1994.
111    Κατόπιν ενδίκων βοηθημάτων που άσκησε ο οφειλέτης, ο τελευταίος πέτυχε την ακύρωση της αποφάσεως καταλογισμού, λόγω αναρμοδιότητας του εκδότη της αποφάσεως αυτής.
112    Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Δημοκρατία επανεκκίνησε τη διαδικασία, με την έκδοση, από το Υπουργείο Γεωργίας, νέας αποφάσεως καταλογισμού στις 21 Ιουνίου 1999.
113    Κατόπιν ενδίκων βοηθημάτων που άσκησε ο οφειλέτης, ο τελευταίος πέτυχε εκ νέου τη δικαστική ακύρωση της αποφάσεως καταλογισμού. Η ακύρωση αυτή επιβεβαιώθηκε στον δεύτερο βαθμό, με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών της 27ης Απριλίου 2005. Η ακυρωτική αυτή απόφαση έγινε το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως κατατεθείσας από την Ελληνική Δημοκρατία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ήταν εκκρεμής κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
114    Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η περίσταση ότι η πρώτη απόφαση καταλογισμού ακυρώθηκε λόγω αναρμοδιότητας του εκδότη της δεν αποδεικνύει αμέλεια εκ μέρους της. Συγκεκριμένα, σε όλα τα κράτη μέλη, ενίοτε συμβαίνει η διοίκηση, εφαρμόζουσα την κείμενη νομοθεσία, να διαπράττει ένα τυπικό σφάλμα και ο ενδιαφερόμενος να ασκεί όλα τα ένδικα βοηθήματα, καθιστώντας ιδιαιτέρως μακρά και δαπανηρή τη διαδικασία.
115    Παρά ταύτα, διαπιστώνεται ότι σφάλμα της διοικήσεως κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας εμπίπτει στη σφαίρα ευθύνης της Ελληνικής Δημοκρατίας και, αυτό καθ’ εαυτό, συνιστά αμέλεια αυτού του κράτους μέλους, υπό την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005.
116    Εντούτοις, διαπιστώνεται επίσης ότι, κατά την εξέταση της δεύτερης αποφάσεως καταλογισμού και όπως εκθέτει η Ελληνική Δημοκρατία, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, στην απόφαση αριθ. 1771/2005 της 27ης Απριλίου 2005, συνήγαγε ότι τα στοιχεία που προέκυπταν από την προσβληθείσα ενώπιόν του πράξη καταλογισμού και από τον φάκελο της υποθέσεως δεν απεδείκνυαν την ύπαρξη παρατυπίας εκ μέρους της εταιρίας, δεδομένου ότι ο τρόπος υπολογισμού, που ο ελληνικός οργανισμός βάμβακος είχε εφαρμόσει για να διαπιστώσει την παρατυπία το 1994, δεν ήταν ορθός και δεν στηριζόταν σε αδιαμφισβήτητα επιστημονικά και τεχνικά στοιχεία.
117    Διαπιστώνεται ότι τα συμπεράσματα αυτά επηρέαζαν αυτή ταύτη τη βασιμότητα των αποτελεσμάτων του ελέγχου που οδήγησε στη διαπίστωση παρατυπίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτή αύτη η ύπαρξη παρατυπίας δεν έγινε δεκτή από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, η Επιτροπή δεν μπορούσε, όπως είχαν τα πράγματα, να εφαρμόσει το άρθρο 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005 στην υπόθεση αριθ. 3.
118    Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που εφάρμοσε, έναντι της Ελληνικής Δημοκρατίας, στην υπόθεση αριθ. 3, το άρθρο 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005 και, ως εκ τούτου, της καταλόγισε ποσό 300 914,99 ευρώ.
–       Στην υπόθεση αριθ. 4, Μαγρίζος II (EL/1995/017)
119    Στην υπόθεση αριθ. 4, Μαγρίζος II (EL/1995/017), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία επέδειξε αμέλεια επειδή δεν κίνησε μια νομικώς έγκυρη διαδικασία ανακτήσεως εντός τεσσάρων ετών από την πρώτη ένδειξη παρατυπίας.
120    Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η υπόθεση εκείνη αφορά ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως κατά την περίοδο 1992-1993 και ότι μια πρώτη απόφαση καταλογισμού εκδόθηκε κατά του οφειλέτη, της εκκοκκιστικής εταιρίας Μαγρίζος AE, από τον πρόεδρο του οργανισμού βάμβακος στις 5 Απριλίου 1995.
121    Κατόπιν ενδίκων βοηθημάτων που άσκησε ο οφειλέτης, ο τελευταίος πέτυχε την ακύρωση της αποφάσεως καταλογισμού, λόγω, κατά τα συναγόμενα από τη δικογραφία και μη αντικρουόμενα από την Ελληνική Δημοκρατία, αναρμοδιότητας του εκδότη της προσβληθείσας αποφάσεως.
122    Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Δημοκρατία επανεκκίνησε τη διαδικασία, με νέα απόφαση καταλογισμού η οποία εκδόθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας στις 19 Ιουλίου 1999.
123    Κατόπιν ενδίκων βοηθημάτων που άσκησε ο οφειλέτης, ο τελευταίος πέτυχε εκ νέου τη δικαστική ακύρωση της αποφάσεως για λόγους που, όπως η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει στο δικόγραφο της προσφυγής, είναι τυπικοί.
124    Όπως στην υπόθεση αριθ. 3, διαπιστώνεται ότι το γεγονός ότι η πρώτη απόφαση καταλογισμού ακυρώθηκε λόγω αναρμοδιότητας του εκδότη της αποδεικνύει αμέλεια της Ελληνικής Δημοκρατίας, υπό την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005.
125    Όσο για την ακύρωση της δεύτερης αποφάσεως καταλογισμού, επισημαίνεται ότι η ακύρωση αυτή πραγματοποιήθηκε για λόγους καταλογιστέους στην Ελληνική Δημοκρατία οι οποίοι, σε αντίθεση με την υπόθεση αριθ. 3, δεν επηρεάζουν τη βασιμότητα των αποτελεσμάτων του ελέγχου που οδήγησε στη διαπίστωση παρατυπίας.
126    Έτσι, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι «δεν υφίσταται παρατυπία» διαπραχθείσα από τη συγκεκριμένη επιχείρηση είναι εσφαλμένο. Συγκεκριμένα, η «έλλειψη παρατυπίας» την οποία επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία ουδόλως προκύπτει από το ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν διέπραξε παρατυπία, αλλά αποκλειστικά από το ότι, λόγω της αμέλειας της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεν εκδόθηκε καμία νομικώς έγκυρη απόφαση καταλογισμού.
127    Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε, με τον υπό εξέταση λόγο, να κλονίσει τη βασιμότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά την αμέλεια αυτού του κράτους μέλους στο πλαίσιο της υποθέσεως αριθ. 4 και την απόφαση του θεσμικού αυτού οργάνου να της καταλογίσει τις οικονομικές συνέπειες της μη ανακτήσεως.
–       Στην υπόθεση αριθ. 5, ΕΓΣ Γιαννιτσών (EL/1998/002)
128    Στην υπόθεση αριθ. 5, ΕΓΣ Γιαννιτσών (EL/1998/002), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία επέδειξε αμέλεια επειδή δεν κίνησε μια νομικώς έγκυρη διαδικασία ανακτήσεως εντός τεσσάρων ετών από την πρώτη ένδειξη παρατυπίας.
129    Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η παρατυπία αποκαλύφθηκε με έκθεση ελέγχου καταρτισθείσα από τις ελληνικές διοικητικές αρχές τον Φεβρουάριο του 1998 και ότι η απόφαση καταλογισμού εκδόθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία μόλις τον Ιούνιο του 2002, δηλαδή πάνω από τέσσερα έτη αργότερα. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί τα πραγματικά αυτά δεδομένα.
130    Παρά ταύτα, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η υπόθεση αυτή «είναι άνευ αντικειμένου, διότι η ανάκτηση έγινε κανονικά με δόσεις και όλα τα ποσά επεστράφησαν αποδεδειγμένα στο ΕΓΤΠΕ». Έτσι, η τελευταία δόση, ποσού 59 859,63 ευρώ, καταβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται άνευ λόγου πλουτισμό της Ένωσης.
131    Πρώτον, επισημαίνεται ότι η προαναφερθείσα καταβολή των 59 859,63 ευρώ έλαβε χώρα μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορούσε να τη λάβει υπόψη στην απόφαση αυτή.
132    Δεύτερον, όσον αφορά τη διαφορά (21 259,99 ευρώ) μεταξύ της καταβολής αυτής και των 81 119,62 ευρώ που η προσβαλλόμενη απόφαση καταλόγισε στην Ελληνική Δημοκρατία σχετικά με την υπόθεση αριθ. 5, η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι, μέχρι την ημέρα εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή είχε ενημερωθεί ότι η διαφορά αυτή είχε ανακτηθεί. Αντιθέτως, από τα έγγραφα που προσκόμισε η Ελληνική Δημοκρατία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν είχε ενημερωθεί για την ανάκτηση αυτή.
133    Έτσι, όσον αφορά τον «πίνακα [T]104» που επικαλέστηκε η Ελληνική Δημοκρατία, το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι καταρτίστηκε όχι πριν από την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά σε μη προσδιοριζόμενο χρονικό σημείο μεταξύ 28ης Φεβρουαρίου και 20ής Μαρτίου 2009. Η διαπίστωση αυτή δύναται να συναχθεί λαμβανομένων υπόψη τόσο των σχετικών με τις ημερομηνίες πληροφοριών που εμφαίνονται στις στήλες «A» και «Γ, Δ και Ε» του εγγράφου αυτού όσο και των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και παράγραφος 2, στοιχείο α΄, σημεία i και iii, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1290/2005 του Συμβουλίου σε ό,τι αφορά την τήρηση των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμών, τις δηλώσεις δαπανών και εσόδων και τους όρους επιστροφής των δαπανών στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ L 171, σ. 1).
134    Όσο για τα έγγραφα υπό τα στοιχεία yd05216c και yd05325B, που περιλαμβάνονται στη συνέχεια των παραρτημάτων του δικογράφου της προσφυγής, τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι καταρτίστηκαν στις 9 Απριλίου 2009.
135    Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται επίσης έναν πίνακα της 21ης Νοεμβρίου 2007 σχετικό με καταβολές που πραγματοποιήθηκαν μέχρι τον Οκτώβριο του 2007, στον οποίο όμως πίνακα δεν εμφαίνεται το ποιος προέβη στις καταβολές αυτές. Διαπιστώνεται ότι ο πίνακας αυτός, και μάλιστα ανεξαρτήτως του αόριστου χαρακτήρα των πληροφοριών που περιέχει, από χρονολογικής απόψεως δεν ασκεί καμία επιρροή.
136    Όσο για το επιχείρημα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται άνευ λόγου πλουτισμό της Ένωσης, επισημαίνεται ότι, στην πραγματικότητα, ένας τέτοιος ενδεχόμενος πλουτισμός απορρέει από μια καταβολή (59 859,23 ευρώ) που πραγματοποιήθηκε μετά την απόφαση αυτή και, για τη διαφορά των 21 259,99 ευρώ, από τη μη ενημέρωση της Επιτροπής κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Άλλωστε, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία έχει τη δυνατότητα, με τις δηλώσεις της δαπανών και εσόδων που διαβιβάζονται στην Επιτροπή, να προβεί στις κατάλληλες διορθώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 883/2006.
137    Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε να κλονίσει τη βασιμότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά την υπόθεση αριθ. 5 και την εφαρμογή, στην υπόθεση εκείνη, του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005.
–       Στις υποθέσεις αριθ. 6, Ελληνικά Ελαιόλαδα ΑΕΒΕ (EL/1995/006), αριθ. 7, Χρυσικός Πολύβιος (EL/1995/005), αριθ. 8, Αριάδνη ΕΠΕ (EL/1995/004), αριθ. 9, Μπρόκος Ιωάννης (EL/1995/003), αριθ. 10, Μοτάκης και ΣΙΑ OE (EL/1997/078/G), αριθ. 11, Vella AE (EL/1997/078//R), αριθ. 12, Υιοί Κιρκινέζου OE (EL/1997/078/U), και αριθ. 13, Olea (EL/1997/078/Y)
138    Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι σε καμία από τις υποθέσεις αριθ. 6 έως 13 δεν πληρούται η σχετική με την ύπαρξη παρατυπίας και αχρεώστητης καταβολής προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 32 του κανονισμού 1290/2005. Συγκεκριμένα, ο εν προκειμένω αρμόδιος ελληνικός Οργανισμός Ελέγχου Επιδοτήσεων Ελαιολάδου (OEEE) ήλεγξε, μεταξύ του 1990 και του 1993, τις συγκεκριμένες οκτώ τυποποιητικές επιχειρήσεις ελαιολάδου χωρίς να ανακαλύψει καμία παρατυπία.
139    Οι διαπιστώσεις παραβάσεων αφορούσαν άλλες επιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρήσεις πωλήσεως ελαιολάδου χύμα και πωλήσεως κενών μέσων συσκευασίας ελαιολάδου, και, για λόγους που δεν οφείλονται στην Ελληνική Δημοκρατία, δεν ήταν δυνατόν να γίνουν, με βάση αυτές τις διαπιστώσεις παραβάσεων, διασταυρωτικοί έλεγχοι στις συγκεκριμένες οκτώ τυποποιητικές επιχειρήσεις ελαιολάδου.
140    Επισημαίνεται ότι, στις υποθέσεις εκείνες, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία επέδειξε αμέλεια επειδή δεν κίνησε διαδικασία ανακτήσεως εντός τεσσάρων ετών από την πρώτη ένδειξη παρατυπίας.
141    Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τις υποθέσεις αριθ. 6 έως 9, από τη δικογραφία προκύπτει ότι έχουν ως αφετηρία τον έλεγχο που το ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών διενήργησε σε άλλη επιχείρηση, την I., προμηθευτή ελαιολάδου χύμα στις τέσσερις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν οι υποθέσεις αριθ. 6 έως 9.
142    Κατά τον έλεγχο αυτόν, το Υπουργείο Οικονομικών διαπίστωσε, με έκθεση της 4ης Απριλίου 1995, την ύπαρξη πλασματικών παραδόσεων ελαιολάδου χύμα προς την I. από άλλη εταιρία, τη Δ. Κ.
143    Δεδομένου ότι η διαπίστωση αυτή δημιούργησε υπόνοιες ότι πλασματικές παραδόσεις ελαιολάδου χύμα έγιναν επίσης προς τυποποιητικές επιχειρήσεις πελάτιδες της I., το Υπουργείο Οικονομικών διαβίβασε την έκθεσή του στη ΓΕΔΙΔΑΓΕΠ, ελληνική μονάδα πληρωμής και ελέγχου των κοινοτικών ενισχύσεων προσανατολισμού και εγγυήσεως, η οποία την κοινοποίησε, με έγγραφο της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, στον OEEE, ελληνικό οργανισμό αρμόδιο να ελέγξει τις τέσσερις επιχειρήσεις που αφορούν οι υποθέσεις αριθ. 6 έως 9.
144    Στις 5 Ιουνίου 1995 η Ελληνική Δημοκρατία προέβη, σχετικά με τις επιχειρήσεις που αφορούν οι υποθέσεις αριθ. 6 έως 9, στην κοινοποίηση βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91.
145    Παρά ταύτα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατόπιν της κοινοποιήσεως αυτής, ο OEEE δεν διενήργησε κανένα έλεγχο στις επιχειρήσεις που αφορούν οι υποθέσεις αριθ. 6 έως 9.
146    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατά βάση, ότι αυτή η έλλειψη ελέγχου δεν δύναται να της καταλογιστεί.
147    Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται, στο πλαίσιο αυτό, διοικητικές δυσχέρειες σχετικά με τη διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και του OEEE. Από την έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών δεν προέκυπταν οι ποσότητες πωληθέντος ελαιολάδου που φέρονταν ως εικονικές, πράγμα που οδήγησε τον OEEE να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη διοικητική αυτή αρχή καθώς και από τις κατά τόπους αρμόδιες ΔΟΥ, προκειμένου να προβεί σε διασταυρωτικούς ελέγχους. Παρά ταύτα, οι υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών απάντησαν στον OEEE ότι η εν λόγω έκθεση και τα στοιχεία που περιέχει δεν ήσαν οριστικά.
148    Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι οι περιστάσεις αυτές, τις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία επικαλέστηκε στην προσπάθειά της να εξηγήσει τη μη διενέργεια ελέγχου στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, εμπίπτουν ευθέως στη σφαίρα ευθύνης αυτού του κράτους μέλους.
149    Πρέπει εξάλλου να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι «οι 4 τυποποιητικές επιχειρήσεις έπαψαν να λειτουργούν από 1/1/1997 που καταργήθηκε το καθεστώς της ενίσχυσης στην κατανάλωση του ελαιολάδου ή δεν ασκούσαν πλέον καμία επιχειρηματική δραστηριότητα, ή τελούσαν υπό καθεστώς εκκαθάρισης και τα παραστατικά τους έγγραφα είχαν κατασχεθεί απ’ το Υπουργείο Οικονομικών στα πλαίσια της έρευνας που διεξαγόταν».
150    Πράγματι, τα ανωτέρω επιχειρήματα δεν εξηγούν ούτε δικαιολογούν τη μη κίνηση από τον OEEE διαδικασιών για την προστασία των συμφερόντων του ΕΓΤΠΕ, αμελλητί μετά την παραλαβή από τον OEEE της εκθέσεως του Υπουργείου Οικονομικών τον Σεπτέμβριο του 1995. Όσο για την επίκληση του γεγονότος ότι τα έγγραφα δεν ήσαν διαθέσιμα για τον OEEE επειδή είχαν κατασχεθεί από το Υπουργείο Οικονομικών, η επίκληση αυτή δείχνει ότι δεν υπήρχε συντονισμός μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών της Ελληνικής Δημοκρατίας και, επομένως, ότι στοιχειοθετείται ευθύνη των αρμόδιων ελληνικών οργάνων.
151    Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι, εφόσον τα ποινικά δικαστήρια είχαν επιληφθεί του θέματος το 1995 και το 1996, εύλογα ο OEEE επέλεξε να αναμείνει τη λήξη των ποινικών διαδικασιών πριν αναλάβει πρωτοβουλίες για την ανάκτηση. Στη συνέχεια, η αδυναμία ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων δεν δύναται να προσαφθεί στην Ελληνική Δημοκρατία όταν, λόγω της παρόδου του χρόνου και της αλλαγής του ποινικού νόμου, έχουν παραγραφεί τα περί ων πρόκειται ποινικά αδικήματα ή όταν οι επιχειρήσεις έχουν παύσει τη δραστηριότητά τους.
152    Παρά ταύτα, έχει ήδη επισημανθεί (βλ. σκέψη 84 ανωτέρω) ότι, στο ελληνικό δίκαιο, η κίνηση ποινικών διαδικασιών δεν αποκλείει τη δυνατότητα της διοικήσεως όπως, συγχρόνως και ανεξαρτήτως, κινήσει διοικητικές ή αστικές διαδικασίες προκειμένου να ανακτήσει αμέσως τα ποσά που αχρεωστήτως καταβλήθηκαν βάσει του ΕΓΤΠΕ ή, τουλάχιστον, να εξασφαλίσει την απαίτηση του ΕΓΤΠΕ. Πάντως, καίτοι, κατά τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 66 ανωτέρω, οι εθνικές αρχές παραμένουν ελεύθερες να επιλέγουν τα μέτρα που κρίνουν κατάλληλα για την προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων, παρά ταύτα η ελευθερία αυτή ουδόλως δύναται να επηρεάσει την ταχύτητα και αποτελεσματικότητα των διαδικασιών που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν την προστασία αυτή. Έτσι, απέχοντας, στις υποθέσεις αριθ. 6 έως 9, από το να λάβει πάραυτα τα διοικητικά και αστικά μέτρα που μπορούσε να λάβει προκειμένου να διασφαλίσει προσηκόντως την προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωσή της επιμέλειας.
153    Πρέπει εξάλλου να απορριφθεί το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι οι ποινικές αποφάσεις που τελικά εκδόθηκαν στις υποθέσεις αριθ. 6 έως 9 συνήγαγαν ότι δεν υπάρχει παρατυπία διαπραχθείσα από τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, οπότε παρείλκε η εφαρμογή του άρθρου 32 του κανονισμού 1290/2005. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι ποινικές διώξεις έληξαν όχι λόγω μιας φερόμενης δικαστικής διαπιστώσεως ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις δεν διέπραξαν παρατυπία, αλλά μόνο λόγω της παραγραφής των ποινικών αδικημάτων.
154    Επί του τελευταίου σημείου, το οποίο αφορά την παραγραφή των ποινικών αδικημάτων, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η παραγραφή αυτή επήλθε λόγω μιας οφειλόμενης στο κοινοτικό δίκαιο συντμήσεως των κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο προθεσμιών παραγραφής. Συγκεκριμένα, η σύντμηση αυτή αποφασίστηκε από τον Έλληνα νομοθέτη κατά την ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο της Συμβάσεως που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 [ΕΕ], σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1995, C 316, σ. 49).
155    Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, αρκεί η επισήμανση ότι η προαναφερθείσα Σύμβαση ουδόλως συνεπάγεται σύντμηση, εκ μέρους των συμβαλλομένων κρατών μελών, των προθεσμιών ποινικής παραγραφής που ισχύουν στα εσωτερικά δίκαια αυτών των κρατών μελών. Αντιθέτως, η Σύμβαση αυτή θέτει, για την αποτελεσματική προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων, ελάχιστους κανόνες τηρητέους από αυτά τα κράτη μέλη κατά τους ποινικούς χαρακτηρισμούς. Ουδόλως απαγορεύει τη θεσμοθέτηση ή διατήρηση, από τα κράτη μέλη, αυστηρότερων ποινικών χαρακτηρισμών –και επομένως προθεσμιών παραγραφής (βλ., ιδίως, άρθρο 2, παράγραφος 1, και άρθρο 9 της Συμβάσεως).
156    Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται επίσης το ότι ο ΟΕΕΕ είχε ήδη ελέγξει, κατά τα έτη 1990 έως 1994, τις τέσσερις επιχειρήσεις που αφορούν οι υποθέσεις αριθ. 6 έως 9, χωρίς να διαπιστώσει παρατυπία. Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται επίσης ότι η ίδια, και όχι η Επιτροπή, είναι εκείνη από την οποία ξεκίνησαν οι πρωτοβουλίες για τον έλεγχο που διενεργήθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών.
157    Παρά ταύτα, διαπιστώνεται ότι οι περιστάσεις αυτές δεν ασκούν επιρροή. Πράγματι, αυτό που εξετάζεται εν προκειμένω είναι η συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας έπειτα από την κατάρτιση της εκθέσεως του Υπουργείου Οικονομικών το 1995.
158    Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε, με τον υπό εξέταση λόγο, να κλονίσει τη βασιμότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά την αμέλεια αυτού του κράτους μέλους στο πλαίσιο των υποθέσεων αριθ. 6 έως 9 και την απόφαση του θεσμικού αυτού οργάνου να της καταλογίσει τις οικονομικές συνέπειες της μη ανακτήσεως.
159    Στη συνέχεια, όσον αφορά τις υποθέσεις αριθ. 10 έως 13, από τη δικογραφία προκύπτει ότι αυτές είχαν αφετηρία έλεγχο που το Υπουργείο Οικονομικών διενήργησε σε μια επιχείρηση, τη Β., προμηθευτή κενών μέσων συσκευασίας ελαιολάδου σε τυποποιητικές επιχειρήσεις, και μεταξύ αυτών στις τέσσερις επιχειρήσεις που αφορούν οι υποθέσεις αριθ. 10 έως 13. Κατά τον έλεγχο αυτόν, το Υπουργείο Οικονομικών διαπίστωσε, με έκθεση της 10ης Ιουλίου 1996, την ύπαρξη πλασματικών παραδόσεων κενών μέσων συσκευασίας από τη Β. προς πελάτες της.
160    Δεδομένου ότι η διαπίστωση αυτή δημιούργησε τον φόβο ότι πλασματικές παραδόσεις μέσων συσκευασίας ελαιολάδου έγιναν επίσης προς τυποποιητικές επιχειρήσεις πελάτιδες της Β., η έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών διαβιβάστηκε, στις 16 Ιουλίου 1996, στο Υπουργείο Γεωργίας και στον ΟΕΕΕ.
161    Στις 11 Ιουνίου 1997 η Ελληνική Δημοκρατία, σχετικά με τις επιχειρήσεις που αφορούν οι υποθέσεις αριθ. 10 έως 13, διαβίβασε στην Επιτροπή την κοινοποίηση βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91.
162    Παρά ταύτα και όπως στις υποθέσεις αριθ. 6 έως 9, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατόπιν της διαβιβάσεως αυτής, ουδείς έλεγχος και ουδεμία διαδικασία διενεργήθηκε ή κινήθηκε από τον ΟΕΕΕ σχετικά με τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν οι υποθέσεις αριθ. 10 έως 13.
163    Η Ελληνική Δημοκρατία εξέθεσε ότι το Υπουργείο Γεωργίας επέλεξε, εφόσον είχαν κινηθεί ποινικές διαδικασίες κατά των συγκεκριμένων επιχειρήσεων, να αναμείνει την έκβαση των ποινικών αυτών διαδικασιών πριν, ενδεχομένως, προβεί σε ενέργειες για την ανάκτηση των καταβληθέντων από το ΕΓΤΠΕ.
164    Η Ελληνική Δημοκρατία δικαιολογεί την επιλογή αυτή προβάλλοντας ότι αν το Υπουργείο Γεωργίας προέτρεχε και ανακτούσε τα καταβληθέντα πριν πληροφορηθεί την έκβαση των ποινικών διαδικασιών, θα είχαν ασκηθεί κατά του Δημοσίου αναρίθμητες αγωγές αποζημιώσεως. Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται επίσης ότι, εφόσον ο ΟΕΕΕ είχε διενεργήσει έλεγχο στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις κατά την προηγούμενη περίοδο και δεν είχε διαπιστώσει καμία παρατυπία, ήταν λογικό να αναμείνει την εκτίμηση των ποινικών δικαστηρίων και να εξαρτήσει τις περαιτέρω ενέργειές της από τις κρίσεις των δικαστηρίων αυτών όσον αφορά την τέλεση ή όχι των ποινικών αδικημάτων.
165    Παρά ταύτα, επισημαίνεται, αφενός, ότι η έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών συνιστούσε νέο στοιχείο σε σχέση με τους παλαιότερους ελέγχους του OEEE, στοιχείο που δικαιολογούσε την αμελλητί διενέργεια νέου ελέγχου. Αφετέρου, και για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 152 ανωτέρω, τίποτα δεν εμπόδιζε την Ελληνική Δημοκρατία, ανεξαρτήτως των ποινικών διαδικασιών, να λάβει όλα τα μέτρα στο διοικητικό και στο αστικό επίπεδο για την εξακρίβωση και ανάκτηση ή, τουλάχιστον, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων του ΕΓΤΠΕ.
166    Αποφασίζοντας να αναβάλει την ανάληψη τέτοιων πρωτοβουλιών μέχρι τη λήξη των ποινικών διαδικασιών που είχαν κινηθεί, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωσή της να ενεργήσει με επιμέλεια.
167    Εξάλλου πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι οι ποινικές αποφάσεις που τελικά εκδόθηκαν συνήγαγαν ότι δεν υπάρχει παρατυπία, οπότε παρείλκε η εφαρμογή από την Επιτροπή του άρθρου 32 του κανονισμού 1290/2005, το επιχείρημα αυτό για τους ίδιους λόγους με εκείνους στις υποθέσεις αριθ. 6 έως 9. Συγκεκριμένα, ακριβώς όπως στις υποθέσεις εκείνες, οι ποινικές διώξεις στις υποθέσεις αριθ. 10 έως 13 έληξαν όχι λόγω μιας φερόμενης διαπιστώσεως ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις δεν διέπραξαν παρατυπία, αλλά λόγω της παραγραφής των ποινικών αδικημάτων.
168    Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε να κλονίσει τη βασιμότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά την αμέλεια αυτού του κράτους μέλους στο πλαίσιο των υποθέσεων αριθ. 10 έως 13 και την απόφαση του θεσμικού αυτού οργάνου να της καταλογίσει τις οικονομικές συνέπειες της μη ανακτήσεως.
169    Από το σύνολο των ανωτέρω κρίσεων προκύπτει ότι ο υπό εξέταση λόγος πρέπει να απορριφθεί, εκτός από το μέρος που αφορά τις υποθέσεις αριθ. 2 και 3.
 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως ή μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τις υποθέσεις αριθ. 2 έως 5, ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 32, παράγραφος 5, τέταρτο εδάφιο, και παράγραφος 6, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1290/2005
170    Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι, λαμβανομένων υπόψη τόσο των δικαστικών αποφάσεων με τις οποίες διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει παρατυπία στις υποθέσεις αριθ. 3 και 4 όσο και της αφερεγγυότητας του οφειλέτη στην υπόθεση αριθ. 2, εφαρμοστέο είναι το άρθρο 32, παράγραφος 5, τέταρτο εδάφιο, και παράγραφος 6, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1290/2005, και όχι το άρθρο 32, παράγραφοι 1 και 8, του ίδιου κανονισμού. Η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι, στην υπόθεση αριθ. 5, η εταιρία κατέβαλε τις οφειλές της. Για τους λόγους αυτούς, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί ή να μεταρρυθμιστεί.
171    Η Επιτροπή αμφισβητεί τη θέση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
172    Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την υπόθεση αριθ. 4, επισημαίνεται ότι, όπως ήδη διαπιστώθηκε στις σκέψεις 123 έως 126 ανωτέρω, οι δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στην υπόθεση εκείνη ακύρωσαν τις εθνικές αποφάσεις καταλογισμού για λόγους –αναγόμενους στην Ελληνική Δημοκρατία– οι οποίοι δεν επηρέαζαν τη βασιμότητα των αποτελεσμάτων των ελέγχων που οδήγησαν στη διαπίστωση παρατυπίας. Επομένως, ο υπό κρίση λόγος, κατά το μέρος που στηρίζεται σε μια φερόμενη δικαστική διαπίστωση ότι δεν υπάρχει παρατυπία εκ μέρους της επιχειρήσεως την οποία αφορά η υπόθεση αριθ. 4, πρέπει να απορριφθεί.
173    Ομοίως και κατά το μέρος που η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει, στο τέλος του δικογράφου της προσφυγής, ότι ο υπό κρίση λόγος ισχύει επίσης για τις υποθέσεις αριθ. 6 και 8 έως 13, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι ελληνικές δικαστικές αποφάσεις στις υποθέσεις εκείνες δεν διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχει παρατυπία εκ μέρους των συγκεκριμένων επιχειρήσεων, αλλά μόνον ότι επήλθε υπέρ αυτών ποινική παραγραφή (βλ. σκέψεις 153 και 167 ανωτέρω).
174    Στη συνέχεια, όσον αφορά τις υποθέσεις αριθ. 2 και 3, λαμβανομένων υπόψη των συμπερασμάτων του Γενικού Δικαστηρίου που συνήχθησαν στις σκέψεις 108 και 118 ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση του υπό κρίση λόγου σχετικά με τις υποθέσεις αυτές.
175    Τέλος, όσον αφορά την υπόθεση αριθ. 5, επισημαίνεται ότι, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 129 έως 132 ανωτέρω, αφενός, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί την αμέλειά της στην υπόθεση αυτή και, αφετέρου και προ πάντων, τα πραγματικά περιστατικά ως προς την καταβολή από τη συγκεκριμένη εταιρία του συνόλου της οφειλής της και ως προς τη σχετική πληροφόρηση της Επιτροπής είναι μεταγενέστερα της προσβαλλομένης αποφάσεως και, επομένως, δεν ασκούν καμία επιρροή επί της νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως.
176    Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι ο υπό εξέταση λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, δηλαδή τόσο κατά το μέρος που αφορά την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως όσο και κατά το μέρος που αφορά τη μεταρρύθμισή της.
177    Επί του τελευταίου σημείου, πρέπει να προστεθεί ότι, ακόμη και στην περίπτωση που είχε αποδειχθεί η έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως, το αίτημα μεταρρυθμίσεως που υπέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία θα ήταν απαράδεκτο, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν διαθέτει, στον τομέα του ΕΓΤΠΕ, πλήρη δικαιοδοσία όπως εκείνη την οποία αφορά το άρθρο 261 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, δεν είναι έργο του Γενικού Δικαστηρίου να υποκαταστήσει με άλλη απόφαση την προσβαλλόμενη απόφαση ή να τη μεταρρυθμίσει (βλ., στο ίδιο πνεύμα, διάταξη του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 2000, C‑428/98 P, Deutsche Post κατά IECC και Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑3061, σκέψη 28, και αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, T‑199/99, Sgaravatti Mediterranea κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑3731, σκέψη 141, και της 31ης Μαρτίου 2011, T‑214/07, Ελλάδα κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 136).
 Επί του τρίτου λόγου με τον οποίο προβάλλεται ότι η ετήσια προθεσμία του άρθρου 32, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1290/2005 δεν έχει εφαρμογή επί των παρατυπιών που είναι προγενέστερες της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού αυτού
178    Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι το άρθρο 32, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1290/2005 έχει εφαρμογή μόνον επί των παρατυπιών που διαπράχθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού αυτού και όχι επί εκείνων που διαπράχθηκαν προ δεκαετίας, υπό νομικό καθεστώς που δεν προέβλεπε συγκεκριμένη προθεσμία, αλλά μόνον εύλογο χρόνο. Η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εφαρμόζει την προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, στερείται νομιμότητας και είναι ακυρωτέα.
179    Η Επιτροπή αμφισβητεί τη θέση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
180    Όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 51 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση και με σκοπό την εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005, τις προθεσμίες του άρθρου 32, παράγραφοι 4 και 5, του ίδιου κανονισμού, αλλά επικεντρώθηκε στο να αξιολογήσει τη συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας υπό το πρίσμα των κανόνων που είχαν εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
181    Επομένως, ο υπό κρίση λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προκείμενη και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί.
 Επί του τετάρτου λόγου με τον οποίο προβάλλονται παραγραφή της απαιτήσεως της Ένωσης και παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
182    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι παρεγράφη, λόγω της παρόδου 15 έως 20 ετών από την προβαλλόμενη παρατυπία, το δικαίωμα της Επιτροπής να της καταλογίσει τα περί ων πρόκειται ποσά, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 2988/95, η προθεσμία καταλογισμού είναι τετραετής. Επικουρικώς, ο καταλογισμός αυτός αντίκειται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
183    Η Επιτροπή αμφισβητεί τη θέση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
184    Πρώτον, όσον αφορά το στηριζόμενο στο άρθρο 3 του κανονισμού 2988/95 επιχείρημα περί παραγραφής, αρκεί η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 2988/95 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι αφορά τις παραβάσεις διατάξεως του κοινοτικού δικαίου που απορρέουν από πράξη ή παράλειψη οικονομικού φορέα, και όχι κράτους μέλους (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 2009, C-281/07, Bayerische Hypotheken-und Vereinsbank, Συλλογή 2009, σ. I‑91, σκέψη 20· αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2006, T‑282/04, Ιταλία κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 83, και της 11ης Ιουνίου 2009, T‑33/07, Ελλάδα κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 243).
185    Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, δικαίωμα να αξιώσει προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης, έχει κάθε ιδιώτης που βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η διοίκηση της Ένωσης, με το να του παράσχει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες (αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 2003, T-273/01, Innova Privat-Akademie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-1093, σκέψη 26, και της 30ής Απριλίου 2009, T‑13/03, Nintendo και Nintendo of Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II-947, σκέψη 203).
186    Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία ουδόλως καθορίζει, στην προσφυγή της, τα πραγματικά περιστατικά που της δημιούργησαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά οποιονδήποτε τρόπο ικανό να δημιουργήσει τέτοια δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
187    Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα περί παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου, επισημαίνεται ότι η εν προκειμένω επίκληση από την Ελληνική Δημοκρατία των σκέψεων 133 και 134 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 2002, C-130/99, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑3005), είναι αλυσιτελής.
188    Συγκεκριμένα, οι σκέψεις αυτές αφορούν την εφαρμογή του κανόνα του εικοσιτετράμηνου που θεσπίζει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1).
189    Ο κανόνας αυτός, προκειμένου να έχουν τα κράτη μέλη ασφάλεια δικαίου, απαγορεύει στην Επιτροπή να απορρίψει τη χρηματοδότηση για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν πλέον των 24 μηνών πριν από την επίσημη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων τους οποίους διενήργησε το θεσμικό αυτό όργανο. Ρητώς ορίζει ότι δεν εφαρμόζεται «στις δημοσιονομικές συνέπειες που προκύπτουν από περιστατικά παρατυπιών κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2[, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95]», δηλαδή στις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από παρατυπίες ή από αμέλειες των κρατών μελών όσον αφορά την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
190    Ο κανόνας αυτός και το πεδίο εφαρμογής του διατηρήθηκαν στους μεταγενέστερους κανονισμούς, δηλαδή στον κανονισμό 1258/1999 και ακολούθως στον κανονισμό 1290/2005.
191    Έτσι, κατ’ αρχάς, το άρθρο 7, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 1258/1999, το οποίο απαγορεύει την απόρριψη της χρηματοδοτήσεως για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν πλέον των 24 μηνών πριν η Επιτροπή ανακοινώσει εγγράφως στο περί ου πρόκειται κράτος μέλος τα αποτελέσματα των ελέγχων, δεν εφαρμόζεται, όπως ρητώς ορίζεται στο έκτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, «στις δημοσιονομικές συνέπειες που προκύπτουν από περιστατικά ανωμαλιών κατά την έννοια του [άρθρου 8, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού]», δηλαδή στις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από παρατυπίες ή από αμέλειες των κρατών μελών όσον αφορά την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
192    Στη συνέχεια, το άρθρο 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005, το οποίο επιβάλλει την ίδια απαγόρευση απορρίψεως της χρηματοδοτήσεως, δεν εφαρμόζεται, όπως ορίζει η παράγραφος 5 της διατάξεως αυτής, «στις οικονομικές συνέπειες που προκύπτουν από τις παρατυπίες που αναφέρονται [στο άρθρο 32]», δηλαδή, και εδώ, στις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από παρατυπίες ή από αμέλειες των κρατών μελών όσον αφορά την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
193    Επομένως, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας το οποίο στηρίζεται στην προαναφερθείσα στη σκέψη 187 νομολογιακή παραπομπή πρέπει να απορριφθεί.
194    Τέταρτον και στο μέτρο που, πέραν των επιχειρημάτων που εξετάστηκαν ανωτέρω, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει, γενικότερα, παραβίαση εύλογης προθεσμίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι, βάσει γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης, η Επιτροπή οφείλει να τηρεί, στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών της, μια εύλογη προθεσμία (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 179, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑196/01, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑3987, σκέψη 229).
195    Συναφώς, αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διοικητικής διαδικασίας εκτιμάται σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υποθέσεως και, ιδίως, σε συνάρτηση με το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, τα διάφορα διαδικαστικά στάδια που ακολουθήθηκαν, το περίπλοκο της υποθέσεως καθώς και τη σημασία της για τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη (απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, T-182/96, Partex κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-2673, σκέψη 177, και προαναφερθείσα στη σκέψη 194 απόφαση Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κατά Επιτροπής, σκέψη 230).
196    Εν προκειμένω, οι διοικητικές διαδικασίες που κατέληξαν στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως διήρκεσαν, από την έναρξη των ελεγκτικών πράξεων της Επιτροπής, πέντε έτη και έξι μήνες, όσον αφορά τον έλεγχο υπό τα στοιχεία IR/2003/1/GR, και τέσσερα έτη και τρεις μήνες, όσον αφορά τον έλεγχο υπό τα στοιχεία IR/2004/1/GR. Η διάρκεια των διαδικασιών αυτών πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με το πλαίσιο των περί ων πρόκειται υποθέσεων.
197    Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι οι δύο αυτές διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες διεξήχθησαν εντός του διαδικαστικού πλαισίου του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/1999, και ακολούθως του άρθρου 31, παράγραφος 3, του κανονισμού 1290/2005, είχαν ως συνέπεια μακρά αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων. Επιπλέον, οι διάδικοι προσπάθησαν να καταλήξουν σε συμφωνία μέσω διμερών συναντήσεων και μέσω προσφυγών στο όργανο συμβιβασμού.
198    Εξάλλου, οι διοικητικές αυτές διαδικασίες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο του ελέγχου, από την ομάδα εργασίας που αναφέρει η σκέψη 7 ανωτέρω, των πολυάριθμων περιπτώσεων παρατυπιών που γνωστοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη και αφορούσαν ποσά που ακόμη ήσαν εκκρεμή. Μολονότι 349 από τις περιπτώσεις αυτές ρυθμίστηκαν με την απόφαση 2006/678 (σκέψη 9 ανωτέρω), 82 άλλες περιπτώσεις, οι οποίες κατανέμονταν μεταξύ πέντε κρατών μελών και εκ των οποίων οι 30 αφορούσαν την Ελληνική Δημοκρατία, χρειάστηκε να εξεταστούν στο πλαίσιο άλλων διοικητικών διαδικασιών, που κινήθηκαν έναντι κάθε ενός από τα περί ων επρόκειτο κράτη μέλη και κατέληξαν στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
199    Κατά συνέπεια και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων αυτών, δεν δύναται να θεωρηθεί μη εύλογη η διάρκεια που οι διοικητικές διαδικασίες είχαν εν προκειμένω.
200    Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υπέρβαση μιας εύλογης προθεσμίας, ακόμη και σε περίπτωση που αποδειχθεί, δεν δικαιολογεί οπωσδήποτε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως (βλ., στο ίδιο πνεύμα, προαναφερθείσα στη σκέψη 194 απόφαση Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κατά Επιτροπής, σκέψη 233, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Ιανουαρίου 2006, T‑107/03, Regione Marche κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 142). Συγκεκριμένα, κατά την κατ’ αντιμωλία διαδικασία, το κράτος μέλος πρέπει να διαθέτει όλες τις εγγυήσεις που απαιτούνται για να παρουσιάσει την άποψή του (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1998, C-61/95, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-207, σκέψη 39, και της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C-245/97, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-11261, σκέψη 47). Η υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας δύναται να αποτελέσει λόγο ακυρώσεως αποφάσεως της Επιτροπής μόνον όταν έχει αποδειχθεί ότι έθιξε τις εν λόγω εγγυήσεις. Πέραν της ειδικής αυτής περιπτώσεως, η μη τήρηση της υποχρεώσεως εκδόσεως αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας δεν έχει συνέπειες για το κύρος της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 20ής Απριλίου 1999, T‑305/94 έως T‑307/94, T‑313/94 έως T‑316/94, T‑318/94, T‑325/94, T‑328/94, T‑329/94 και T‑335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑931, σκέψη 122, και της 18ης Ιουνίου 2008, T‑410/03, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑881, σκέψη 227, και προαναφερθείσα στη σκέψη 184 απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 240).
201    Εντούτοις, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προέβαλε, και ακόμη περισσότερο δεν απέδειξε, ότι στερήθηκε της δυνατότητας να προβάλει τις απόψεις της λόγω της διάρκειας που οι διοικητικές διαδικασίες είχαν εν προκειμένω.
202    Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι ο υπό εξέταση λόγος πρέπει να απορριφθεί.
 Επί του πέμπτου λόγου με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της εικοσιτετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005
203    Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι, εφόσον, στις υποθέσεις αριθ. 3, 4, 6 και 8 έως 13, δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει παρατυπία και εφόσον, στην υπόθεση αριθ. 2, η ανάκτηση είναι αδύνατη, ο κανόνας του εικοσιτετράμηνου του άρθρου 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005 ισχύει για οποιαδήποτε περίπτωση ανακτήσεως. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που της καταλογίζει τα περί ων πρόκειται ποσά, τα οποία –όσον αφορά ενισχύσεις που καταβλήθηκαν μεταξύ του 1989 και του 1996– ανάγονται σε χρόνο πολύ πέραν του εικοσιτετράμηνου μετά τη γραπτή ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων, πρέπει να ακυρωθεί. Για τους ίδιους λόγους, πρέπει να επιστραφεί το ποσό που στις προαναφερθείσες υποθέσεις παρακρατήθηκε (50 %) βάσει του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005.
204    Η Επιτροπή αμφισβητεί τη θέση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
205    Επισημαίνεται ότι, με τον υπό κρίση λόγο, η Ελληνική Δημοκρατία, κατά βάση, συνδυάζει διάφορα επιχειρήματα με ένα αίτημα.
206    Πρώτον, ο υπό κρίση λόγος επαναλαμβάνει, κατά βάση, το επιχείρημα ότι η ύπαρξη δικαστικών αποφάσεων που διαπιστώνουν έλλειψη παρατυπίας εκ μέρους των επιχειρηματιών συνεπάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομιμότητας και είναι ακυρωτέα.
207    Εν προκειμένω, αρκεί η επισήμανση ότι, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 172 και 173 ανωτέρω, στις υποθέσεις αριθ. 4, 6 και 8 έως 13 η δικαστική ακύρωση των αποφάσεων καταλογισμού απέρρευσε είτε από αμέλειες της Ελληνικής Δημοκρατίας στις διαδικασίες ανακτήσεως είτε από την ποινική παραγραφή, και όχι από δικαστική διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν παρατυπίες εκ μέρους των συγκεκριμένων επιχειρήσεων.
208    Επομένως, η προκείμενη του πρώτου επιχειρήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι δηλαδή αποδείχθηκε δικαστικώς ότι οι επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν οι υποθέσεις εκείνες δεν διέπραξαν παρατυπία, είναι εσφαλμένη.
209    Πρέπει να προστεθεί ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προκείμενη αυτή είναι ακριβής, τότε δεν θα ήταν αληθές ότι, όπως προβάλλεται με τον υπό κρίση λόγο, η προσβαλλόμενη απόφαση παρέβη το άρθρο 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005 και παραβίασε την εικοσιτετράμηνη παραγραφή που αυτό εισάγει. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως θα απέρρεε από το ότι, ελλείψει –δικαστικώς διαπιστωμένης– παρατυπίας εκ μέρους των συγκεκριμένων επιχειρήσεων, δεν θα υπήρχε καμία αχρεώστητη καταβολή βάσει του ΕΓΤΠΕ και, επομένως, δεν θα υπήρχε καμία υποχρέωση της Ελληνικής Δημοκρατίας να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό.
210    Όσο για τις υποθέσεις αριθ. 2 και 3, αρκεί η υπόμνηση ότι όπως έχει ήδη διαπιστωθεί (βλ. σκέψεις 108 και 118 ανωτέρω) η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που αφορά τις υποθέσεις αυτές.
211    Δεύτερον, ο υπό κρίση λόγος περιέχει, στην ουσία, το επιχείρημα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέβη το άρθρο 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005 όταν επιβάρυνε την Ελληνική Δημοκρατία με ποσά των οποίων η καταβολή στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις ήταν κατά πολύ προγενέστερη της λήξεως της εικοσιτετράμηνης προθεσμίας που η διάταξη αυτή προβλέπει υπέρ του κράτους μέλους.
212    Παρά ταύτα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 192 ανωτέρω, το άρθρο 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005, το οποίο απαγορεύει την απόρριψη της χρηματοδοτήσεως για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν πάνω από 24 μήνες πριν η Επιτροπή ανακοινώσει γραπτώς στο οικείο κράτος μέλος τα αποτελέσματα των ελέγχων, ρητώς δεν εφαρμόζεται στις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από παρατυπίες ή από αμέλειες των κρατών μελών όσον αφορά την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
213    Επομένως, το επιχείρημα ότι οι αχρεώστητες καταβολές είναι προγενέστερες της προθεσμίας του άρθρου 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005 πρέπει να απορριφθεί.
214    Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί να της επιστραφεί το «50 %» που στις υποθέσεις αριθ. 2 έως 4, 6 και 8 έως 13 παρακρατήθηκε βάσει του άρθρου 32, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1290/2005.
215    Κατ’ αρχάς, από τη δικογραφία και, ιδίως, από την από 13 Μαΐου 2011 απάντηση της Επιτροπής στην ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Απριλίου 2011, απάντηση της οποίας την ακρίβεια η Ελληνική Δημοκρατία δέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πράγμα που σημειώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο, προκύπτει ότι οι υποθέσεις αριθ. 1 και 3 έως 5 είναι οι μόνες στις οποίες η Επιτροπή, με άλλες αποφάσεις εκτός από την προσβαλλόμενη απόφαση, προέβη στην παρακράτηση του 50 % την οποία προβλέπει το άρθρο 32, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1290/2005. Στις εννέα άλλες υποθέσεις που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβη στην παρακράτηση αυτή, αλλά ευθέως επέβαλε τη δημοσιονομική διόρθωση την οποία το άρθρο 32, παράγραφος 8, του ίδιου κανονισμού προβλέπει για το σύνολο (δηλαδή το 100 %) των μη ανακτηθέντων ποσών.
216    Κατά συνέπεια, το αίτημα επιστροφής που υπέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία δεν δύναται να αφορά τις υποθέσεις αριθ. 2, 6 και 8 έως 13 που καταλαμβάνει το αίτημα αυτό, αλλά, το πολύ, τις υποθέσεις αριθ. 3 και 4.
217    Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι το αίτημα αυτό στηρίζεται στα ίδια επιχειρήματα με εκείνα που εκτέθηκαν και απορρίφθηκαν στις σκέψεις 206 έως 213 ανωτέρω.
218    Επομένως και όσον αφορά, τουλάχιστον, την υπόθεση αριθ. 4, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, και μάλιστα ανεξαρτήτως του ζητήματος του παραδεκτού του.
219    Όσον αφορά την υπόθεση αριθ. 3, σχετικά με την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι δεν είναι έργο του Γενικού Δικαστηρίου να απευθύνει διαταγές στην Επιτροπή και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως.
220    Κατά συνέπεια, όσον αφορά την υπόθεση αριθ. 3, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο το αίτημα της Ελληνικής Δημοκρατίας να διατάξει το Γενικό Δικαστήριο να επιστραφεί το 50 % που παρακρατήθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 32, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1290/2005.
221    Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι απορρίπτονται ο υπό εξέταση λόγος και το αίτημα που αυτός περιέχει.
222    Από το σύνολο των ανωτέρω κρίσεων προκύπτει ότι η υπό εξέταση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, εκτός από το μέρος που αφορά τον καταλογισμό στην Ελληνική Δημοκρατία των οικονομικών συνεπειών της μη ανακτήσεως στις υποθέσεις αριθ. 2 και 3.
223    Υπό τις συνθήκες αυτές, η μεν προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που εκκαθαρίζει τις υποθέσεις EL/1993/01 και EL/1994/031 και συναφώς καταλογίζει στην Ελληνική Δημοκρατία τα ποσά των 519 907 ευρώ και 300 914,99 ευρώ, η δε προσφυγή πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
 Επί των δικαστικών εξόδων
224    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επιπλέον, κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, το Γενικό Δικαστήριο δύναται να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
225    Λαμβανομένου υπόψη ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, εκτός από το μέρος που αφορά τον καταλογισμό των οικονομικών συνεπειών της μη ανακτήσεως στις υποθέσεις αριθ. 2 και 3, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα τέσσερα πέμπτα των δικαστικών της εξόδων καθώς και στα τέσσερα πέμπτα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής.
226    Η Επιτροπή θα φέρει το ένα πέμπτο των δικαστικών της εξόδων και το ένα πέμπτο των δικαστικών εξόδων της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)      Ακυρώνει την απόφαση Ε(2009) 810 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Φεβρουαρίου 2009, σχετικά με τη δημοσιονομική αντιμετώπιση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, σε ορισμένες υποθέσεις παρατυπιών που διαπράττονται από επιχειρηματίες, κατά το μέρος που η απόφαση αυτή εκκαθαρίζει τους φακέλους EL/1993/01 και EL/1994/031 και συναφώς καταλογίζει στην Ελληνική Δημοκρατία τα ποσά των 519 907 ευρώ και 300 914, 99 ευρώ.
2)      Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)      Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα τέσσερα πέμπτα των δικαστικών της εξόδων καθώς και στα τέσσερα πέμπτα των δικαστικών εξόδων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
4)      Καταδικάζει την Επιτροπή στο ένα πέμπτο των δικαστικών της εξόδων καθώς και στο ένα πέμπτο των δικαστικών εξόδων της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Forwood
Dehousse
Schwarcz
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Οκτωβρίου 2010.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα

Νομικό πλαίσιο
Ιστορικό της διαφοράς
Έλεγχος υπό τα στοιχεία IR/2003/1/GR
Έλεγχος υπό τα στοιχεία IR/2004/1/GR
Συνοπτική έκθεση και προσβαλλόμενη απόφαση
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του πρώτου λόγου με τον οποίο προβάλλονται έλλειψη έγκυρης νομικής βάσεως, πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Επί της ελλείψεως έγκυρης νομικής βάσεως
Επί της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Επί της παραβάσεως του άρθρου 32 του κανονισμού 1290/2005 και επί της πολλαπλής πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως που φέρεται ότι εμφιλοχώρησε στο πλαίσιο αυτό
– Στην υπόθεση αριθ. 1, Οινοχύμ-Ενοχύμ-Βινοχύμ (EL/1991/004)
– Στην υπόθεση αριθ. 2, Lennard (EL/1993/001)
– Στην υπόθεση αριθ. 3, Μαγρίζος I (EL/1994/031)
– Στην υπόθεση αριθ. 4, Μαγρίζος II (EL/1995/017)
– Στην υπόθεση αριθ. 5, ΕΓΣ Γιαννιτσών (EL/1998/002)
– Στις υποθέσεις αριθ. 6, Ελληνικά Ελαιόλαδα ΑΕΒΕ (EL/1995/006), αριθ. 7, Χρυσικός Πολύβιος (EL/1995/005), αριθ. 8, Αριάδνη ΕΠΕ (EL/1995/004), αριθ. 9, Μπρόκος Ιωάννης (EL/1995/003), αριθ. 10, Μοτάκης και ΣΙΑ OE (EL/1997/078/G), αριθ. 11, Vella AE (EL/1997/078//R), αριθ. 12, Υιοί Κιρκινέζου OE (EL/1997/078/U), και αριθ. 13, Olea (EL/1997/078/Y)
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως ή μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τις υποθέσεις αριθ. 2 έως 5, ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 32, παράγραφος 5, τέταρτο εδάφιο, και παράγραφος 6, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1290/2005
Επί του τρίτου λόγου με τον οποίο προβάλλεται ότι η ετήσια προθεσμία του άρθρου 32, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1290/2005 δεν έχει εφαρμογή επί των παρατυπιών που είναι προγενέστερες της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού αυτού
Επί του τετάρτου λόγου με τον οποίο προβάλλονται παραγραφή της απαιτήσεως της Ένωσης και παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Επί του πέμπτου λόγου με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της εικοσιτετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005
Επί των δικαστικών εξόδων

* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Απόφαση του ΓΔΕΕ που διατάσσει την επιστροφή στην Ελλάδα ποσού 820.821 ευρώ
Την επιστροφή στην Ελλάδα ποσού που ανέρχεται στις 820.821 (οκτακόσιες είκοσι χιλιάδες οκτακόσια εικοσιένα ευρώ), αποφάσισε σήμερα, Τετάρτη 10 Οκτωβρίου, το Γενικό Δικαστήριο της Ε.Ε ύστερα από προσφυγή ακύρωσης που είχε κάνει η χώρα μας. Τα χρήματα αυτά είχαν επιβληθεί ως πρόστιμα σε περιπτώσεις παρατυπιών που αφορούσαν κυρίως εταιρείες τυποποίησης ελαιολάδου και εκκοκκιστικές επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, το 2002 η Επιτροπή συνέστησε κοινή ομάδα εργασίας από μέλη της OLAF  (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης) και της  DG AGRI (Γενική Διεύθυνση Γεωργίας|), προκειμένου να ερευνηθούν περιπτώσεις παρατυπιών που εκκρεμούσαν. Από τις 431 υποθέσεις που εξετάστηκαν οι 30 αφορούσαν ελληνικές εταιρείες, κυρίως εταιρείες τυποποίησης ελαιολάδου και εκκοκκιστικές με ποσό που καταβλήθηκε αχρεώστητα περίπου 32 εκατ. €.
Το ποσό αυτό μετά από διμερείς συζητήσεις με την Επιτροπή ανήλθε σε 18.935.994 ευρώ και οι εμπλεκόμενες εταιρείες συνολικά σε 19.
Με συμπληρωματικά στοιχεία που στάλθηκαν στην Ε.Ε και μετά την προσφυγή μας στο Ευρωπαϊκό Όργανο Συμβιβασμού, το ποσό μειώθηκε περαιτέρω σε 13.348.979 ευρώ και οι εμπλεκόμενες εταιρείες σε 13. Το ποσό αυτό τελικά με την απόφαση της Επιτροπής Ε (2009 810/13-02-2009) καταλογίστηκε σε βάρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, επειδή διαπιστώθηκε ότι η παρατυπία ή η απουσία ανάκτησης οφείλονται σε παρατυπίες ή αμέλειες αποδιδόμενες σε διοικητικές ή άλλες υπηρεσίες και οργανισμούς του Κράτους.
Την απόφαση αυτή της Επιτροπής  την προσέβαλε με προσφυγή ακύρωσης η Ελληνική Δημοκρατία. Το Γενικό Δικαστήριο της Ε,Ε με την απόφασή του, που δημοσιεύτηκε σήμερα στις 10-10-2012, υπόθεση Τ- 158/09 έκανε μερικά δεκτή την προσφυγή μας και διέταξε την επιστροφή στην Ελλάδα ποσού 820.821,99 ευρώ, δεχόμενο ότι σε 2 από τις 13 υποθέσεις δεν μπορεί να καταλογιστεί αμέλεια στις ελληνικές αρχές.
Την υπόθεση αυτή χειρίστηκε το Ειδικό Γραφείο Κοινοτικού Δικαίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στο ΥΠΑΑΤ σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΠΕΚΕΠΕ.


================


1 σχόλιο:

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"