Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Δικαστική δεοντολογία, ελευθερία του λόγου και προστασία της προσωπικότητας



Χριστόφορος Κοσμίδης
Αρεοπαγίτης


Δικαστική δεοντολογία,
ελευθερία του λόγου και προστασία της προσωπικότητας

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου,
ανοικτή εκδήλωση στο Ινστιτούτο «Γκαίτε», στην Αθήνα, την 17η Μαρτίου 2016

Προδιάθεση
Με μεγάλο δισταγμό αποδέχθηκα την πρόσκληση του κυρίου Ξ. Κοντιάδη, για να έχω συμμετοχή στην εκδήλωση αυτή. Αποτελεί, ασφαλώς, τιμή για μένα η εμπιστοσύνη των διοργανωτών. Βρίσκω, όμως, κάποιες σημαντικές αντενδείξεις, στο να μιλήσω, δημόσια, ενώπιόν σας.
Πρώτα – πρώτα, έχω παραβιάσει, κατ’ επανάληψη, τη δικαστική δεοντολογία, με το να χάσω την ψυχραιμία μου όχι μόνο στα ακροατήρια, αλλά και σε διάσκεψη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πριν ένα χρόνο, όπου μίλησα με τρόπο, που δεν έπρεπε, στον τότε πρόεδρο, τον κύριο Α. Κουτρομάνο. Ήθελε να είναι εδώ απόψε! Οπότε, αν και από τότε με συγχώρησε, θα του ζητούσα για άλλη μια φορά συγγνώμη. Αλλά, χρειάσθηκε να βρεθεί μακριά από την Αθήνα. Πώς, λοιπόν, ως παραβάτης της δεοντολογίας, να μιλήσω για δεοντολογία;
Πέρα από αυτό, αν ένας, εν ενεργεία, δικαστής θέλει να βρίσκεται μέσα στα όρια της δεοντολογίας, δεν πρέπει να κάνει δημόσιες δηλώσεις ούτε σε βάρος του προέδρου του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί, γενικά, αλλά ούτε υπέρ αυτού, στην περίπτωση που για το ζήτημα, για το οποίο πρόκειται, έχει κινηθεί κάποια δικαστική διαδικασία. Η δεοντολογία αποβλέπει, προεχόντως, στη διαφύλαξη του κύρους των θεσμών. Οπότε, τέτοιες δηλώσεις θα έδειχναν έλλειψη προσήλωσης αφ’ ενός προς το θεσμό του δικαστή που διευθύνει ένα δικαστήριο και αφ’ ετέρου προς τις αρχές της δικαστικής ανεξαρτησίας και του αμερόληπτου δικαστή.
Αυτές είναι οι αντενδείξεις. Ο κύριος Ξ. Κοντιάδης, θέλοντας να κάμψει τις επιφυλάξεις μου, επέμεινε λέγοντάς μου ότι θα αποτελούσε ικανοποιητική συμβολή στη συζήτηση, απλώς και μόνο το να τις διατυπώσω. Λοιπόν, το έκανα! Με απολύετε, τώρα;
Ξέρω ότι, από τη στιγμή που αποδέχθηκα την πρόσκληση, πρέπει να συνεχίσω. Θα σας εκθέσω κάποιες σκέψεις, που αποτελούν την εκ μέρους μου, προσωπική, προσέγγιση των παραμέτρων του γενικού θέματος της αποψινής εκδήλωσης. Θα μιλήσω σε πρώτο πρόσωπο, για να τονίσω το ότι αυτά, που θα πω, είναι τα όσα, εγώ, κατάλαβα, μέχρι σήμερα, για το περιεχόμενο της δικαστικής δεοντολογίας. Ενδεχομένως, τα κατάλαβα λάθος. Οπότε, δέχομαι να με διορθώσετε!
Θα προσπαθήσω να σας πω, λοιπόν, πώς κατανόησα τους κανόνες της δεοντολογίας, γραπτούς και εθιμικούς και πώς τους είδα να εφαρμόζονται από κάποιους παλαιότερους, για τους οποίους αισθάνομαι ότι με διαπαιδαγώγησαν, όχι μόνο με το λόγο, αλλά και το παράδειγμά τους. [Επιτρέψτε μου, εδώ, να κάνω σεμνή αναφορά μνήμης στον Ε. Κρουσταλάκη και το Σ. Ματθία]! Και, ακόμη, να σας πω, πώς προσπάθησα να εφαρμόσω, εγώ, τους κανόνες αυτούς στη σταδιοδρομία μου, όχι, βέβαια, χωρίς αστοχίες.
Η δικαστική δεοντολογία
Η δεοντολογία συνιστά διαλεκτική περί του τι πρέπει να επικρατεί, ως τρόπος συμπεριφοράς. Αυτό το «δέον», το πρώτο συνθετικό της λέξης, νομίζω ότι υποδηλώνει στόχο και όχι κατάσταση. Δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένη η συμμόρφωση προς τους κανόνες της δεοντολογίας. Ούτε εύκολη είναι! Οι κανόνες είναι ο καθρέπτης, που μου επιτρέπει να εξετάζω την εκάστοτε συμπεριφορά μου. Ανάλογα προς το ήθος και την ευαισθησία μου, είτε βελτιώνω τη συμπεριφορά μου είτε αδιαφορώ γι’ αυτήν.
Η καλή εφαρμογή της δικαστικής δεοντολογίας συμβάλλει στην απονομή αποτελεσματικής δικαιοσύνης. Παράλληλα, όμως, συμβάλλει στην εμπέδωση του κύρους των δικαστικών λειτουργών και του δικαστικού συστήματος. Τη δικαστική ιδιότητα δεν την κατέκτησα. Μου την πρόσφεραν, μέσα από μια νόμιμη διαδικασία επιλογής και αξιολόγησης. Για να την ασκήσω υπέρ του λαού, που καταβάλλει την αμοιβή μου. Το δικαστικό κύρος δεν μπορούν να μου το απονείμουν. Όσο κι αν η θέση μου συνδέεται, εξ ορισμού, με κάποιο κοινωνικό κύρος, αυτό το κύρος εγώ, ο ίδιος, το επιβεβαιώνω ή το αποδομώ, με την καθημερινή συμπεριφορά μου.
Αυτή τη συμπεριφορά έρχεται να προσδιορίσει η δικαστική δεοντολογία. Παρατηρώ, όμως, ότι η απλή γνώση των κανόνων της δεοντολογίας δεν είναι πάντοτε επαρκής για το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, γνωρίζω ότι όταν διευθύνω τη διαδικασία, πρέπει να επιδεικνύω προς όλους στάση «απαθή και ψύχραιμη». [Αυτό είναι από την ποινική δικονομία]. Βλέπω, όμως, ότι εκνευρίζομαι και γίνομαι εμπαθής. Τι μου φταίει; Μου είπαν ότι αυτό συμβαίνει, όταν αγαπώ τον εαυτό μου περισσότερο από εκείνους, που έχω απέναντί μου. Ή, με άλλη διατύπωση, όταν θεωρώ τον εαυτό μου καλύτερο από εκείνους. Εάν αποφασίσω να τα προσέξω όλα αυτά, ο πήχης ανεβαίνει ψηλότερα από εκεί, όπου τον βάζουν οι κανόνες της δεοντολογίας.
Η ελευθερία του λόγου
Ως δικαστής, πρέπει να ακούω πολύ και να μιλάω λίγο. Και όταν μιλάω, να το κάνω, κυρίως, με τις αποφάσεις μου. Διαφορετικά, διατρέχω τον κίνδυνο να πω πράγματα, τα οποία ενδέχεται να κάνουν κακό: σ’ εκείνους που τ’ ακούν, σ’ εμένα τον ίδιο και στο κύρος της δικαιοσύνης. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, να πω πράγματα, που επιδέχονται αντίλογο. Χωρίς να γνωρίζω εκ των προτέρων τις διαθέσεις και το ύφος εκείνων, που θα διατυπώσουν τον αντίλογο.
Έχω δικαίωμα δημόσιου λόγου, ως δικαστής; Εκ των πραγμάτων, ναι! Αφού εκφράζομαι, διαρκώς, με τις αποφάσεις μου, που απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση. Και αφού, πάντοτε, μπορώ να πάρω μέρος σε εκδηλώσεις, όπως η παρούσα, για να τοποθετηθώ επί μιας μεγάλης κατηγορίας ζητημάτων. Ζητημάτων, που δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να είναι νομικά ή να έχουν σχέση με την απονομή της δικαιοσύνης. Για τα οποία μπορώ ελεύθερα να εκφράσω την άποψή μου, ακόμη και πολιτική, με την έννοια της εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τα κοινά της «πόλεως». Με τον αυτονόητο περιορισμό, να μην τοποθετηθώ «υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος ή άλλης, ορισμένης πολιτικής οργάνωσης». [Στον ΚΟΔΚαΔΛ είναι γραμμένο αυτό]. Μου είπαν, όμως, ότι σπουδαιότερο αγαθό από την ελευθερία, είναι η διάκριση! [Με την έννοια της «διακριτικότητας»]. Πρέπει, λοιπόν, ασκώντας το δικαίωμα της έκφρασης, να ξεχωρίζω ποια από αυτά, που θέλω να πω, οικοδομούν το προσωπικό μου κύρος και το κύρος της δικαιοσύνης και ποια δημιουργούν αμφισβήτηση της δικαστικής μου αμεροληψίας. Οπότε, κοιτάζοντας σ’ ένα τέτοιον καθρέπτη, διευκολύνομαι στο να καθορίσω το εκάστοτε «δέον».
Ερωτάται, έχουν δικαίωμα κριτικής οι αποδέκτες του δημόσιου λόγου μου; Ασφαλώς, έχουν! Όλοι κρινόμαστε. Όταν, ακόμη και οι δικαστικές αποφάσεις είναι θεμιτό και, ίσως, αναγκαίο να σχολιάζονται, ως προς τις ερμηνευτικές τους προσεγγίσεις ή την πρακτική εφαρμογή τους, πόσο μάλλον οι λοιπές, δημόσιες τοποθετήσεις των δικαστών! Οπότε, ως δικαστής, πρέπει όχι μόνο να αποδέχομαι την κριτική, αλλά και να την επιζητώ.
Υπάρχει και ένα ζήτημα για την περίπτωση, που εγώ κάνω δημόσια κριτική. Με οποιαδήποτε ιδιότητα ή αφορμή. Γιατί κάνω κριτική; Για να εκδηλώσω το θυμό ή την αγανάκτησή μου; Για να προβληθώ ο ίδιος; Ή για να βοηθήσω τον κρινόμενο στην κατανόηση ενός σφάλματος και να δώσω αφορμή στην επανόρθωση ή τη μη επανάληψή του; Τα κίνητρά μου ενδέχεται να είναι ποικίλα. Πόσες πιθανότητες, όμως, υπάρχουν για να βοηθήσω τον κρινόμενο, αν δεν αποφύγω να τον προσβάλω με το ύφος της κριτικής μου; Όποιος προσβάλλεται, αντιδρά. Αρνείται να ακούσει αυτό που του λέω, όσο σωστό και αν είναι. Οπότε, και πάλι έρχεται η αρετή της διάκρισης, για να ανεβάσει ψηλότερα τον πήχη άσκησης της ελευθερίας μου. Και αν το βήμα, από το οποίο κάνω την κριτική, είναι υψηλό, παρέχω υπόδειγμα κριτικής, σε όσους με παρατηρούν. Γι’ αυτό αναγκάζομαι να θυμηθώ ότι «πάσα επιστήμη, χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία, ου σοφία φαίνεται». [Αυτό, νομίζω ότι είναι από το διάλογο «Μενέξενος», του Πλάτωνος].
Η προστασία της προσωπικότητας
Ως δικαστής, ακούω διάφορα λόγια, στα ακροατήρια, για μένα τον ίδιο. Άλλοτε, κολακευτικά, στο πλαίσιο της επιδίωξης μιας ευνοϊκής κρίσης για την πλευρά εκείνου, που τα λέγει. Άλλοτε, ονειδιστικά, που αποβλέπουν στην άσκηση έμμεσης πίεσης, πάλι για τον ίδιο λόγο. Και, κάποτε, προσβλητικά. Μου είπαν ότι ο προσήκων τρόπος αντίδρασης είναι ένας, για όλες τις περιπτώσεις. Απάθεια! [Με την έννοια της ακινησίας κάποιων παθών, όπως η ματαιοδοξία, ο θυμός, η οργή ή η μνησικακία, που παίρνουν αφορμή ενεργοποίησης από τις κολακείες ή την καταφρόνηση]. Να είμαι σαν «νεκρός», τόσο για τους επαίνους όσο και για τις ύβρεις. Να τηρώ τη σιωπή και να απαντώ μόνο με τις αποφάσεις μου. Ο διάλογος από την έδρα ενέχει πάντοτε τον κίνδυνο εκτροπής. Οπότε, αυτός, που ζημιώνεται, είναι πάντοτε ο δικαστής και το κύρος τη δικαιοσύνης.
Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό θα πρέπει να ισχύσει και για το δημόσιο λόγο. Το να παραμένω, όμως, απαθής, όταν προσβάλλομαι, δεν είναι εύκολο πράγμα. Πρέπει να έχω μπει στη διαδικασία νέκρωσης της φιλαυτίας μου. Με επίγνωση τού ότι, ακόμη, δεν είμαι ταπεινός, να θέλω να γίνω. Τότε, δεν με θίγει το ύφος της κριτικής, όσο σκληρό και αν είναι. Μένω στο νόημα της κριτικής και χαίρομαι στο μέτρο, που αυτή είναι εύστοχη. Επανεξετάζω την άποψή μου. Εφ’ όσον πρέπει, τη διορθώνω! Η προσωπικότητά μου δεν κινδυνεύει.
Τι κάνω, όταν δεν μπορώ να ανεβάσω τον πήχη τόσο ψηλά; Νομίζω ότι δικαιούμαι να θυμώσω. Δικαιούμαι να παραπονεθώ, σε ιδιωτικό επίπεδο, και να ζητήσω την ηθική συμπαράσταση των φίλων μου. Έχει γραφεί, βέβαια, ότι «αληθινοί φίλοι είναι όσοι μου λένε την αλήθεια και όχι εκείνοι, που μου λέγουν, όσα θα ήθελα να ακούσω». [Αυτό είναι βυζαντινό - ρωμαϊκό, από το εγχειρίδιο συμβουλών του μεγάλου Φωτίου προς τον Ηγεμόνα των Βουλγάρων]. Δικαιούμαι, ακόμη, να κλάψω. Και, βέβαια, όπως κάθε πολίτης, δικαιούμαι να ζητήσω δικαστική προστασία. Αλλά, έχει γραφεί και το «πάντα μοι έξεστι, αλλ’ ου πάντα οικοδομεί»! [Αυτό είναι από τον απόστολο Παύλο]. Νομίζω ότι, ως δικαστής, μόνο οριακά μπορώ να προσφύγω στους συναδέλφους μου, για να βρω το δίκιο μου. Σε περιπτώσεις, ίσως, που πρέπει να καταδειχθεί αβάσιμη μια καταγγελία, της οποίας η μη αμφισβήτηση θα υποδήλωνε αποδοχή και η αποδοχή θα στοιχειοθετούσε πειθαρχικό παράπτωμα, σε βάρος μου. Διαφορετικά, η εμπλοκή μου σε δικαστικές διενέξεις δεν οικοδομεί το κύρος της δικαιοσύνης.
Επίλογος
Τώρα, μπορείτε να με απολύσετε. Από τούτο το βήμα, εννοώ... Αν και προσπάθησα να είμαι αντικειμενικός, μιλώντας προσωπικά, ενδέχεται να στενοχώρησα κάποιους, που δεν βλέπουν τα πράγματα από την ίδια οπτική γωνία. Τους παρακαλώ να αποδεχθούν τη διαφορετικότητά μου και να με συγχωρήσουν. Και εκφράζω προς όλους το σεβασμό μου, για τη δική τους, τυχόν αντίθετη, άποψη.
Τα όσα έχουν πάρει δημοσιότητα τον τελευταίο καιρό, στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, καθώς και τα σχόλια, που αυτά πυροδότησαν, δεν είναι διόλου κολακευτικά για τη δικαιοσύνη της πατρίδας μας και για τους λειτουργούς της. Αλλά δεν είναι, ενίοτε, κολακευτικά και για όσους τα παρήγαγαν! Διότι κι εμείς, οι σύγχρονοι δικαστές, παιδιά δικά τους είμαστε. Από την ίδια κοινωνία βγήκαμε και στα ίδια θρανία καθίσαμε.
Είναι πολύ καλά τα δικαιώματα! Αλλά έχω την εντύπωση ότι, αγωνιζόμενοι υπερβολικά γι’ αυτά, έχουμε βάλει στην άκρη τις υποχρεώσεις. Μήπως καλούμαστε, πλέον, να υπερβούμε, εκουσίως, τα δικαιώματα, για να ξανασχεδιάσουμε το μοντέλο του «καλού κ’ αγαθού πολίτη»; Το μοντέλο εκείνο, προς το οποίο υπακούοντας ο δικός μας Σωκράτης αρνήθηκε να διαφύγει, αν και του δόθηκε η ευκαιρία; Αρνήθηκε και δέχθηκε να πιεί το κώνειο, για να τιμήσει τους θεσμούς της αθηναϊκής πολιτείας; Το ότι η καταδίκη του ήταν άδικη και μεθοδευμένη, δεν λειτούργησε σ’ αυτόν, ως πρόφαση για να τους αμφισβητήσει!
Όταν στα ποινικά ακροατήρια δικάζουμε υποθέσεις προσβολής της προσωπικότητας, γνωρίζουμε ότι η οποιαδήποτε έκβαση της δίκης κάποιον θα δυσαρεστήσει. Οπότε, σε νέα διαμάχη θα οδηγήσει. Γι’ αυτό, παρακινούμε τους διιστάμενους να τολμήσουν μια αμοιβαία υποχώρηση από τις θέσεις τους, ώστε να κλείσει η υπόθεση. Επιτρέψτε μου να το ευχηθώ και στην παρούσα, δυσάρεστη συγκυρία, όπου το διακύβευμα δεν είναι, απλώς, το δικαίωμα στην αντίθετη άποψη ή στην προσωπικότητα, αλλά η λειτουργία της δημοκρατίας και το κύρος των θεσμών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"