Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Διάγραμμα προφορικής εισήγησης στην ημερίδα ΔΣΗΛΕΙΑΣ για τις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 στα ένδικα μέσα






Εισηγητής : Αθανάσιος Πανταζόπουλος, ΔΝ Πρωτοδίκης

 ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται  για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές.»

(άρθρο 1 Άρθρο Ένατο §2  του Ν. 4335/2015)
Κριτική : α) Η παράλληλη εφαρμογή των μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία ισχυουσών διατάξεων για όσα ένδικα μέσα ασκήθηκαν μέχρι τότε και τις νέες για εκείνες που θα ασκηθούν μετά την ανωτέρω ημερομηνία θα προκαλέσει πολλά προβλήματα. Π.χ. στο εφετείο θα υπάρχουν ερήμην πρωτοβάθμιες υποθέσεις με προκατάθεση προτάσεων στο εικοσαήμερο (καταργηθέν σύστημα έφεσης πριν τις 1/1/2016) και με προτάσεις επί της έδρας (νέο σύστημα έφεση μετά τις 1/1/2016), το ίδιο στο Άρειο Πάγο με αναιρέσεις όπου θα δικάζονται οι παλαιές με εισήγηση και οι νέες χωρίς.
β) Πιο σημαντικό ερμηνευτικό ζήτημα προκαλείται ως προς τις νέες καταχρηστικές προθεσμίες. Ειδικότερα ερωτάται τι θα συμβεί με αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί πριν τις 1.1.2016. Κατά τη γνώμη μου, εφόσον η διαδρομή της προθεσμίας ξεκίνησε πριν τις 1.1.2016 δεν θα πρέπει να μεταβληθεί ο χρόνος της προθεσμίας στην διαδρομή αυτής, δηλαδή για αποφάσεις πριν τις 1.1.2016 ισχύουν οι παλαιές (τριετείς) προθεσμίες.

                            ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΝΔΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

1) Άρθρο 495 ΚΠολΔ: α) Καταργείται η δυνατότητα άσκησης προφορικά ενδίκων μέσων ανακοπής ερημοδικίας και αναψηλάφησης κατά απόφασης ειρηνοδικείων (παλαιό 495 παρ. 3) σε συμφωνία με την κατάργηση της προφορικής άσκησης αγωγών (έτσι η αιτιολογική έκθεση).
ΚΡΙΤΙΚΗ : Ούτως ή άλλως είχε μικρή εφαρμογή η προφορική άσκηση ενδίκων μέσων. Σωστή η τροποποίηση.
β) Τροποποιείται το τελευταίο εδάφιο της τρίτης παραγράφου, ώστε να μην απαιτείται παράβολο για τις εργατικές διαφορές (614 αρ.3) και τις διαφορές από αμοιβές (614 αρ.5), καθώς και οι οικογενειακές διαφορές πλην των διαφορών γονέων – τέκνων σχετικά με τη συγγένεια, π.χ. προσβολή πατρότητας, μητρότητας, αναγνώρισης τέκνου κλπ (άρθρο 592 αρ. 1,3).
ΚΡΙΤΙΚΗ : Δεν αιτιολογείται η επιλογή των διαφορών αυτών. Αν υπονοείται η οικονομική κατάσταση των διαδίκων γιατί όχι ο ίδιος λόγος και σε άλλες διαφορές; (π.χ. ανάπηρος από τροχαίο ατύχημα σε αυτοκινητικές διαφορές, έμπορος με πολύ μειωμένο τζίρο που του οφείλονται χρήματα από αξιόγραφα). Ορθότερη θα ήταν η απαλλαγή με εισοδηματικά κριτήρια όπως στο ευεργέτημα πενίας.

2) Άρθρο 498 ΚΠολΔ: η προθεσμία κλήτευσης στα ένδικα μέσα περιορίζεται σε τριάντα (30) ημέρες και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση.
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ: «Έγινε σύντμηση των προπαρασκευαστικών προθεσμιών κλήτευσης των διαδίκων σε εναρμόνιση με τις αντίστοιχες προθεσμίες του άρθρου 228. Οι προθεσμίες αυτές κρίνονται επαρκείς, λαμβανομένου υπόψη ότι ακόμα και στην περίπτωση εφέσεως σε απόφαση που εκδόθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης.»
ΚΡΙΤΙΚΗ : Η προθεσμία των 60 ημερών δεν προκαλούσε επιβράδυνση της δίκης και ήταν επαρκής.

ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑΣ

3)  Άρθρο 502 ΚΠολΔ§ 2. «Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, και όταν θεωρείται ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη.»
Κριτική : Τροποποιήθηκε η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 502 ΚΠολΔ και επήλθε επουσιώδης προσαρμογή στα νέα δεδομένα της πρωτοβάθμιας διαδικασίας με την αντικατάσταση της μη εμφανίσεως στην συζήτηση από τη μη συμμετοχή κανονικά στην δίκη.
                                                      
ΕΦΕΣΗ

3)  Άρθρο 518 ΚΠολΔ: Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη (από τρία), που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015).
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ: «H μεταβολή της καταχρηστικής τριετούς προθεσμίας των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 για την άσκηση έφεσης και αναίρεσης αντίστοιχα στις περιπτώσεις μη επίδοσης της απόφασης, έγινε διότι η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή θεώρησε ότι η προθεσμία των τριών ετών υπήρξε υπερβολικά μεγάλη και έπρεπε να περιορισθεί σε διετή για την ταχεία περάτωση των δικών.»
Έτσι, σε περίπτωση μη επιδόσεως της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η συνολική προθεσμία για να καταστεί η απόφαση αμετάκλητη περιορίζεται από τα έξη σε τέσσερα έτη.
Κριτική : Επιδοκιμαστέα η νέα ρύθμιση.

- Σημείωση : Δεν περιλήφθηκε στο τελικό σχέδιο η προσθήκη εδαφίου στο άρθρο 518 παρ. 2, που όριζε ότι η πάροδος της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως λογίζεται ως επίδοση της αποφάσεως. Αυτό θα σήμαινε α) Η καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης θα έτρεχε μόνο όταν αναιρεσιβαλλόμενη ήταν απόφαση  δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που δεν επιδόθηκε και β) ότι προθεσμία μη επιδοθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης για αναίρεση θα ήταν μόνο η γνήσια που θα έτρεχε μόνο μετά την πάροδο της διετούς καταχρηστικής. Έτσι, κατ’ αποτέλεσμα  διαφορετική η προθεσμία ανάλογα με το εάν η απόφαση είναι πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια (βλ. κριτική Στέφανου Πανταζόπουλου, ΕΠολΔ 2014. 211 και Νίκα, ΕΠολΔ 2014.286).

4) Άρθρο 524 ΚΠολΔ: -(πρώτη παράγραφος:) «στη   διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, 237 παρ. 8 έως 11, 240 έως 312, 591 παράγραφος 1 εδάφιο α' έως γ' και 591 παράγραφος 4. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528.»
-Η τρίτη παράγραφος:) «Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση».
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ: «Στο άρθρο 524 η προσαρμογή κατέστη αναγκαία μετά τις μεταβολές στην τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων. H προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση ερημοδικίας του άρθρου 528. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 237, αλλά οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης και η προσθήκη εντός του τριημέρου, όπως ισχύει και στην περίπτωση της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της πρωτοβάθμιας δίκης στις ειδικές διαδικασίες. Στην παρ. 3 επανέρχεται η παλαιότερη διατύπωση.»
            Τροποποιήσεις : α) Καταργείται δηλαδή η ρύθμιση για την κατάθεση προτάσεων σε είκοσι ημέρες πριν τη συζήτηση, εάν την έφεση ασκούσε ο ερημοδικήσας διάδικος κατά το παλαιό άρθρο 237 ΚΠολΔ ή σύμφωνα με το νέο άρθρο 237 ΚΠολΔ.
β) σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος, η έφεση απορρίπτεται άνευ ετέρου.

Κριτική: α) Η τροποποίηση της ρυθμίσεως της διαδικασίας επί εφέσεως κατ’ ερήμην αποφάσεως περιορίζει την εμβέλεια της εφέσεως κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ, γιατί δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα μελέτης του φακέλου της δικογραφίας από το δικαστήριο, πριν από την συζήτηση της εφέσεως, αφού οι προτάσεις κατατίθενται βραδέως και ενδέχεται να αιφνιδιάσει τον εφεσίβλητο, αφού πλέον αυτός καλείται ν’ αντιμετωπίσει τους αρχικούς ισχυρισμούς του εκκαλούντος μόλις κατά την συζήτηση (Πολυζωγόπουλος Εισήγηση σε συναφή διημερίδα ΔΣΠάτρας στην ιστοσελίδα www.dspatras.gr). Η κριτική αυτή είναι πειστική, αφού ο μεν εφεσίβλητος έχει διατυπώσει τους ισχυρισμούς του στην πρωτοβάθμια δίκη και πληροφορείται τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος στην έδρα του εφετείου και πάντως κατ’ αποτέλεσμα η ίδια υπόθεση μπορεί να συζητηθεί κατά το τυπικό του άρθρου 237 ΚΠολΔ εάν οι διάδικοι δικαστούν στον πρώτο βαθμό αντιμωλία ή όπως επί ειδικών διαδικασιών (προτάσεις επί της έδρας) σε περίπτωση ερημοδικίας στον πρώτο βαθμό του εκκαλούντος.
β) Στο δεύτερο ζήτημα ο νομοθέτης ορίζει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος, η έφεση απορρίπτεται άνευ ετέρου, ενώ η τροποποιούμενη προέβλεπε, ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ερημοδικίας του ενάγοντος. Πριν την τροποποίηση, κατά την κρατούσα άποψη στη νομολογία (ΟλΑΠ 16/1990, ΕλλΔνη 1990.804, ΑΠ 1127/2013, Νομος) και μερίδα της θεωρίας (Μαργαρίτης, ΕρμΚΠολΔ Ι, άρθρο 524, αριθ.31, Σαμουήλ, Η εφεση, σ. 417) δεν ερευνάται το παραδεκτό της έφεσης και η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ` ουσία και όχι κατά τύπους παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς τα παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης, περί παραδοχής τους (βλ. Κεραμέα, Ένδικα Μέσα δ΄έκδ. σ. 78 για το σκοπό της διάταξης) και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να ορίζεται και παράβολο ερημοδικίας, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή, ερημοδικίας (άρθρ. 553 παρ.1 ΚΠολΔικ), στην οποία ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Σύμφωνα με άλλη άποψη, η ερημοδικία του εκκαλούντος δεν εμποδίζει την έρευνα του παραδεκτού της έφεσης και την εντεύθεν απόρριψη της για τυπικούς λόγους (ΕφΠειρ 470/2003 Αρμ 2004.582, Νίκας, ΠολΔ ΙΙΙ.234). Οι συγγραφείς σχολιάζοντας τη νέα τροποποίηση (Στ.Πανταζόπουλος, ΕΠολΔ 2014, 212, Νίκας, ΕΠολΔ 2014.286, Πολυζωγόπουλος, Εισήγηση σε ΔΣΠατρών) υποστηρίζουν πως παρά την φαινομενικά περιοριστική διατύπωση του νέου γράμματος του νόμου θα πρέπει πρώτα να ερευνάται το παραδεκτό της έφεσης και κατόπιν να απορρίπτεται με την νέα διατύπωση δεν αποκλείεται η απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης. Κατά την άποψη μου, ο νομοθέτης με την ως άνω διατύπωση του επιρωννύει την κρατούσα στη νομολογία άποψη υπολαμβάνοντας την ερημοδικία του εκκαλούντος ως παραίτηση από την έφεση του.
3) Ας σημειωθεί ότι ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις αναφορικά με αυτή του άρθρου 591 § 1 περ. β΄ ΚΠολΔ, λόγω της κριτικής που ασκήθηκε και από τη Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ΕΠολΔ 2014. 167), η προθεσμία για παρέμβαση, προσεπίκληση και η ανακοίνωση αυξήθηκε από την αρχική πρόβλεψη των 8 ημερών στις 10 ημέρες.

5) Άρθρο 527 ΚΠολΔ: το άρθρο 527 τροποποιήθηκε ώστε να καλύψει το κενό που άφησε η κατάργηση του άρθρου 269 (άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Επομένως, απαιτείται ευρύτερη ερμηνευτική προσέγγιση των τροποποιήσεων του συγκεντρωτικού συστήματος.


Οι νέες διατάξεις του συγκεντρωτικού συστήματος

            Σύμφωνα με το άρθρο 1 «δεύτερο» του Ν. 4334/2015 καταργήθηκε το άρθρο 269 ΚΠολΔ και πλέον κατά το άρθρο 237§1 ΚΠολΔ «μέσα σε εκατό (100) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές.» Κατά το άρθρο δε 237§2 ΚΠολΔ «οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται μέσα στις επόμενες δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, με την παρέλευση των οποίων κλείνει ο φάκελος της δικογραφίας.» Το μόνο υπόλειμμα του καταργούμενου άρθρου 269 ΚΠολΔ[1] τίθεται στο τέλος της 237§2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις
            Όπως ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου «μετά την κατάθεση των προτάσεων και των αμοιβαίων αντικρούσεων οψιγενή γεγονότα θα συνεκτιμηθούν κατ’ ανάγκη στο δεύτερο βαθμό ή στο πλαίσιο δίκης ανακοπής» (σελ. 7). Επίσης, αναφέρεται ότι «κατά τη συζήτηση της υπόθεσης «δεν είναι δυνατή η προβολή νέων ισχυρισμών, έστω και για αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν με τις προτάσεις, οψιγενών ισχυρισμών, ισχυρισμών που αποδεικνύονται με έγγραφα ή ομολογία» (σελ. 7). Επίσης, κατά την τυχόν επανάληψη της συζήτησης για εξέταση μαρτύρων αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση ότι «και εδώ δεν μπορούν να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί και να προσκομισθούν νέα αποδεικτικά μέσα» (σελ. 8, 22).
            Σημειώνεται ότι με το άρθρο 263 ΚΠολΔ ορίζεται πλέον ότι τα διαδικαστικά κωλύματα που εκεί αναφέρονται (α) η αναρμοδιότητα, εκτός αν δεν επιτρέπεται παρέκταση, β) η υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία, γ) η έλλειψη εγγυοδοσίας, δ) η μη καταβολή των εξόδων της προηγούμενης δίκης, ε) η ύπαρξη προθεσμίας για την αποποίηση κληρονομιάς, στ) η προσεπίκληση ομοδίκων ή υπόχρεων για αποζημίωση) «πρέπει να προτείνονται κατά τη συζήτηση και στις περιπτώσεις των άρθρων 237 και 238 με τις προτάσεις, αλλιώς είναι απαράδεκτα λόγω της διαφορετικής διαδικαστικής εξέλιξης στην τακτική διαδικασία και του ότι η «συζήτηση» είναι τυπική
            Με τον ίδιο νόμο τροποποιείται  το άρθρο 527 ΚΠολΔ και ορίζεται ότι «είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.» Στην εισηγητική έκθεση του νόμου ορίζεται ορίζεται ότι «η προσαρμογή αυτού του άρθρου, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς στην δευτεροβάθμια δίκη, κατέστη αναγκαία μετά την κατάργηση του άρθρου 269, οι διατάξεις του οποίου επαναφέρθηκαν στο άρθρο αυτό. Στην τακτική διαδικασία των άρθρων 237 και 238 το χρονικό σημείο για την παραδεκτή προβολή οψιγενών ισχυρισμών είναι αυτό της παρέλευσης της προθεσμίας για την κατάθεση προτάσεων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 237 παρ.1. Αν οι σχετικοί ισχυρισμοί γεννήθηκαν πριν το χρονικό σημείο αυτό και δεν συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του άρθρου 527 αρ. 3 έως 6, τότε δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτά στη δευτεροβάθμια δίκη. Λόγω της δυνατότητας άσκησης κύριας παρέμβασης μόνο στον πρώτο βαθμό, καταργήθηκε η σχετική πρόβλεψη που υπήρχε στην διάταξη αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς του κυρίως παρεμβαίνοντος (το πρώτον) στη δευτεροβάθμια δίκη» (σελ. 26, 27). [2]
            Τέλος, και το άρθρο 934 ΚΠολΔ τροποποιήθηκε και πλέον ορίζεται ότι «ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής.
 β) Αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγράφει η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.» Στην εισηγητική έκθεση του νόμου ορίζεται ότι στην προθεσμία του άρθρου 934 ΚΠολΔ προβάλλονται αντιρρήσεις κατά της απαίτησης (σελ. 38). Εντούτοις, στην έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής στον Ν. 4334/2015 συναφώς επισημαίνεται ο προβληματισμός για τους οψιγενείς ισχυρισμούς ή τα ελαττώματα της διαδικασίας που έχουν λάβει χώρα μετά τις 45 ημέρες από την κατάσχεση, οπότε λήγει η προθεσμία της πρώτης ανακοπής που αφορά και την απαίτηση. Το άρθρο 935 ΚΠολΔ δεν τροποποιείται.
            Ήδη με το ν. 2915/2001 και την τροποποίηση του άρθρου 599 ΚΠολΔ καθιερώθηκε συγκεντρωτικό σύστημα και στις γαμικές διαφορές. Πλέον ορίζεται ενιαία για τις ειδικές διαδικασίες στο άρθρο 591 ΚΠολΔ ότι «γ) Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά τη συζήτηση.
δ) Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.
 ε) Οι διάδικοι το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα.
 στ) Οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία αξιολογούνται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν».

Κριτική της νέας ρύθμισης

            Ο νομοθέτης στο συγκεντρωτικό σύστημα δύναται να κινηθεί προς δύο αντίρροπες κατευθύνσεις. Η μία κατεύθυνση είναι η υποχρέωση στους διαδίκους για ταυτόχρονη πρόταση όλων των ισχυρισμών σε ορισμένο δικονομικό στάδιο της δίκης, ώστε να διαταχθούν ενιαίες αποδείξεις. Κύριο μειονέκτημα της επιλογής αυτής είναι η θυσία του ουσιαστικού δικαίου με έκδοση τυπικά ορθής, αλλά ουσία εσφαλμένης απόφασης, με κίνδυνο επίσης να αποβούν περιττές ορισμένες από τις αποδείξεις. Η αντίθετη επιλογή είναι να επιτρέψει ο νομοθέτης την τμηματική υπεράσπιση των διαδίκων με θυσία την ταχύτητα της δίκης προς όφελός της ανεύρεσης της ουσιαστικής αλήθειας.[3]
            Ο Έλληνας νομοθέτης έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του επιστρέφοντας με το Ν. 4334/2015 στο αυστηρό συγκεντρωτικό σύστημα που καθιερώθηκε με το άρθρο 160 ΠολΔ στην αρχική του μορφή. Η στροφή αυτή γίνεται χωρίς αιτιολογία, καθώς δεν υφίσταται τέτοια στην αιτιολογική του έκθεση. Είναι αλήθεια ότι υπό τον ισχύοντα  πριν το Ν.4335/2015 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας το σύστημα συγκέντρωσης λόγω της μίας συζήτησης της υπόθεσης είχε μικρή πρακτική αξία, περιοριζόμενο στους ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να προβληθούν στο χρονικό διάστημα μεταξύ προκατάθεσης προτάσεων και συζήτησης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, καθώς σε όλα τα υπόλοιπα δικαστήρια οι προτάσεις κατατίθενται επί της έδρας. Ίσως, οι συντάκτες των τροποποιήσεων έκριναν ως σκόπιμη την πλήρη κατάργηση των εξαιρέσεων του συγκεντρωτικού συστήματος προς επιτάχυνση της δίκης.
            Εντούτοις, με τις νέες διατάξεις προβλέπονται ποικίλες προθεσμίες προκατάθεσης προτάσεων επί της αγωγής, των παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων, ανακοινώσεων και ανταγωγών κατά τα νέα άρθρα 237§1 και 238§1 ΚΠολΔ που σε συνδυασμό με την παρακολούθηση της πορείας της υπόθεσης μέσω των βιβλίων του δικαστηρίου και όχι με επίδοση κλήσεων καθιστούν λίαν πιθανή της απώλειας κάποιας προθεσμίας. Εύστοχα δε χαρακτηρίστηκε ως βασανιστική η τήρηση των προθεσμιών αυτών.[4] Επιπλέον, το σύστημα συζήτησης της υπόθεσης που καθιερώνεται με το νέο νόμο προβλέπει συζήτηση της υπόθεσης και ενδεχόμενη εξέταση μαρτύρων σε χρονικό διάστημα με σημαντική χρονική απόσταση εκείνου της προκατάθεσης προτάσεων, δεδομένου ότι η «απλή διάταξη του προέδρου επί πολυμελούς πρωτοδικείου[5] ή του δικαστή της υπόθεσης μονομελούς πρωτοδικείου και ειρηνοδικείου», με την οποία «διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο» ορίζεται «σε χρόνο όχι συντομότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες… μέσα στο ίδιο δικαστικό έτος, εκτός αν αυτό είναι χρονικά αδύνατο» (άρθρο 237§6 νέου ΚΠολΔ). Με δεδομένο δε το φόρτο των πινακίων ο χρόνος αυτός προφανώς πόρρω απέχει του χρόνου που μεσολαβούσε μεταξύ προκατάθεσης προτάσεων και συζήτησης της υπόθεσης πριν το Ν.4335/2015, ώστε το συγκεντρωτικό σύστημα να τίθεται σε νέα βάση που ομοιάζει με εκείνο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όταν τέθηκε σε ισχύ το 1968. Εύλογα, συνεπώς, κρίνεται αδικαιολόγητη η κατάργηση των εξαιρέσεων του συγκεντρωτικού συστήματος που προέβλεπε το άρθρο 269 ΚΠολΔ τόσο από την Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου,[6] όσο και από τη θεωρία.[7] Και τούτο, διότι υποχρεώνει τον δικαστή στην έκδοση ουσιαστικά εσφαλμένης απόφασης, παρότι ο ισχυρισμός που αποδεικνύει την αλήθεια των ισχυρισμών του είναι οψιγενής ή αποδεικνύεται με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία. Η επιλογή αυτή είναι αντίθετη προς το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα αποδείξεως τόσο ως προς τους οψιγενείς ισχυρισμούς, όσο και ως προς τους ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από δικαιολογημένη αιτία, καθώς τιμωρεί τον διάδικο που ανυπαίτια δεν μπόρεσε να τους προβάλλει είτε γιατί δεν είχαν γεννηθεί είτε γιατί εμποδίστηκε από ανωτέρα βία. Έτσι, ναι μεν δεν τίθεται εν γένει ζήτημα συνταγματικότητας των διατάξεων που καθιερώνουν το συγκεντρωτικό σύστημα προς επιτάχυνση της δίκης, υπό τον όρο όμως ότι ο διάδικος δεν εμποδίζεται από αυτές να ασκήσει το δικαίωμα του ακρόασης[8] και υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της έντιμης δίκης που επιβάλλει η αρχή του κράτους δικαίου.[9] Είναι δε περαιτέρω ως προς τους ισχυρισμούς που αποδεικνύονται με έγγραφο ή δικαστική ομολογία και αντιφατικό προς την φιλοσοφία του νομοσχεδίου που ανάγει το έγγραφο σε θεμελιώδη άξονα της πολιτικής δίκης.[10] Επίσης, είναι αντιφατικό με την επιλογή του νομοθέτη στο άρθρο 527 ΚΠολΔ να επιτρέπει την προβολή των ισχυρισμών αυτών στη δευτεροβάθμια δίκη, υποχρεώνοντας τον διάδικο έτσι σε άσκοπη διεξαγωγή δευτεροβάθμιας δίκης (με σημαντική οικονομική του επιβάρυνση), μόνο και μόνο για να μπορέσει να προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς. Ακόμη, η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο καθυστέρηση δεν προκαλεί στην δίκη, καθώς είτε αποδεικνύονται άμεσα, είτε προσάγονται εύλογα όψιμα, αφού τότε γεννήθηκαν.[11]     
Τέλος, στην αναγκαστική εκτέλεση για τους οψιγενείς ισχυρισμούς ή τα ελαττώματα της διαδικασίας που έχουν λάβει χώρα μετά τις 45 ημέρες από την κατάσχεση, οπότε λήγει η προθεσμία της πρώτης ανακοπής που αφορά και την απαίτηση, εφόσον ο οφειλέτης έχει ήδη ασκήσει ανακοπή στην προθεσμία των 45 ημερών, ο τελευταίος δύναται να προβάλλει  τους ανωτέρω ισχυρισμούς με δικόγραφο πρόσθετων λόγων. Εάν όμως δεν έχει ασκήσει ανακοπή, ο οφειλέτης μένει απροστάτευτος με τις διατάξεις των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ και η μόνο οδός προστασίας του είναι η άσκηση αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής και η αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων (ενόψει της τελευταίας) προς αναστολή της προόδου της εκτελεστικής διαδικασίας. Υπό το καθεστώς των τριών προθεσμιών για την άσκηση ανακοπής του τροποποιούμενου άρθρου 934 ΚΠολΔ, οι ανωτέρω ισχυρισμοί μπορούσαν να προβληθούν με ανακοπή στην προθεσμία του άρθρου 934§1β΄ ΚΠολΔ,[12] ήτοι μέχρι τη σύνταξη της κατακυρωτικής έκθεσης (934§2 ΚΠολΔ)[13], καθώς τα ελαττώματα της απαίτησης επιδρούσαν «επί των εν γένει πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως από της πρώτης και μέχρι της τελευταίας».[14]  Επομένως, η μοναδική λύση της άσκησης αγωγής και αίτησης ασφαλιστικών μέτρων επιβαρύνει τον οφειλέτη με αδικαιολόγητα υψηλά έξοδα (δικαστικό ένσημο, υψηλή αμοιβή σύνταξης - συζήτησης αγωγής με ύψος οριζόμενο με βάση την εκτελούμενη απαίτηση και όχι με αμοιβή για μη αποτιμητή σε χρήμα ανακοπή ως έχουσα διαπλαστικό αίτημα[15]). Ο οφειλέτης δεν θα επιβαρυνόταν με τα έξοδα αυτά, εφόσον ο νομοθέτης χαλάρωνε το συγκεντρωτικό σύστημα στο άρθρο 935 ΚΠολΔ προβλέποντας εξαίρεση για τους ανωτέρω ισχυρισμούς, καθώς υπό το καταργηθέν σύστημα των τριών προθεσμιών για άσκηση ανακοπής τέτοια εξαίρεση δεν είχε νόημα, τουλάχιστον στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για χρηματικές απαιτήσεις. Πάντως, σε ορισμένες από τις ανωτέρω περιπτώσεις και υπό το νέο άρθρο 934 ΚΠολΔ δύναται να προβληθεί ως λόγος ανακοπής στην δεύτερη προθεσμία που προβλέπει το τελευταίο άρθρο, προκειμένου περί καταχρηστικής διενέργειας του πλειστηριασμού, παρά την εξόφληση ή την προφανή δυσαναλογία υπολοίπου οφειλής - εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου μετά την εν μέρει εξόφληση της απαίτησης, καθώς και υπό το σύστημα των τριών προθεσμιών για την άσκηση ανακοπής του τροποποιούμενου άρθρου 934 ΚΠολΔ είχε κριθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός εμπίπτει στην προθεσμία του άρθρου 934§1γ΄ ΚΠολΔ.[16]

ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ

6) Άρθρο 538 ΚΠολΔ : «Με αναψηλάφηση, μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ’ ουσίαν.»

                Η παλαιότερη διάταξη όριζε:  «Με αναψηλάφηση, μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ' ουσίαν, σε κάθε δε περίπτωση εφόσον πρόκειται για στηριζόμενο στον αριθμό 10 του άρθρου 544 λόγο.». Ο 10ος λόγος του άρθρου 544 προβλέπει «10) αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης επηρεάστηκε ουσιωδώς από  δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος στην έκδοση της δικαστή, εφόσον η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου κ.τ.λ..». Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι όταν ο ΑΠ δεν δικάζει  κατ’ ουσία και συντρέχει η περίπτωση του 10ου λόγου, δεν χωρεί αναψηλάφηση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ : «Επανέρχεται η παλαιά διάταξη ως είχε πριν την τροποποίηση που υπέστη από το άρθρο 45 παρ. 1 του Ν. 3994/2011. Σε προσβολή με αναψηλάφηση υπόκεινται οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου (ολομέλειας και τμημάτων) μόνο όταν δικάζει κατ' ουσίαν και όχι ως ακυρωτικό. H εξαίρεση του κανόνα αναφορικά με το επιτρεπτό αναψηλάφησης όταν στηρίζεται στον λόγο του αριθμού 10 του άρθρου 544 (δωροληψία ή εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος συμπράποντος στην έκδοση της απόφασης δικαστή) καταργήθηκε από την Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή.»

Κριτική: Δίδει αφορμή για κακόπιστη κριτική (Νίκας, ο.π. 286). Κάθε δικαστική απόφαση επηρεασμένη ουσιωδώς από  δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος θα πρέπει να υπόκειται σε αναψηλάφηση. Ας μην λησμονούμε ότι τα όρια του αναιρετικού ελέγχου στους λόγους των άρθρων 559 αρ. 1 και 19 άπτονται και της ορθής υπαγωγής της ουσίας της υπόθεσης στο νόμο.

7) Άρθρο 544 ΚΠολΔ : Προσθήκη στον λόγο αναψηλαφήσεως του αριθμού 6 του ψευδούς όρκου ενόρκως βεβαιώσαντος.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ : Με σκοπό την πληρότητα της διάταξης, προστίθεται στον λόγο αναψηλαφήσεως του αριθμού 6 ο ψευδής όρκος ενόρκως βεβαιώσαντος, δεδομένου ότι οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν επώνυμο αποδεικτικό μέσο του  καταλόγου του άρθρου 339.
Κριτική: α) Επιδοκιμαστέα η προσθήκη στον αριθμό 6 του ψευδώς ενόρκως βεβαιούντος ενόψει της αναβάθμισης του αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαίωσης.
β) Παρέμεινε ο 10ος λόγος αναψηλάφησης (έκδοση απόφασης επηρεασμένης από τη δωροληψία ή από πρόθεση παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος δικαστή) που στο αρχικό σχέδιο καταργούνταν, ορθώς αφού δεν υπήρχε λόγος κατάργησης του.
γ) Στο αρχικό σχέδιο, υπήρχε η πρόβλεψη για προσθήκη λόγου αναψηλάφησης αν με απόφαση του ΕΔΔΑ υπήρξε παραβίαση εν γένει δικαιώματος προστευόμενου από την ΕΣΔΑ (έτσι στην περίπτωση της ποινικής δίκης (επανάληψη της διαδικασίας κατ’ άρθρο 525 αρ.5 ΚΠοινΔ). Ας σημειωθεί ότι και στο σχέδιο των Επιτροπών Κλαμαρή και Παπανικολάου υπήρχε σχετική πρόβλεψη, αλλά μόνο μόνο για παραβιάση που αφορούσε το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε κατ’ άρθρο 6§1 ΕΣΔΑ. Ως προς την πρόβλεψη του σχεδίου εύστοχα επισημαίνεται πως η σχετική πρόβλεψη για αναψηλάφηση συνιστά θέμα νομοθετικής πολιτικής (ΣτΠανταζόπουλος, ο.π.. 213). Ευρύτερα, η ποινική και η διοικητική δίκη διαφέρει από την πολιτική δίκη, η οποία κρίνει αστικά δικαιώματα σε αντίθεση με την ποινική δίκη που τα πάντα καταλήγουν στο αυτό (επιβολή ή μη ποινής – διοικητικής κύρωσης μετά από διαδικασία – βλ. και Νίκα, ο.π.). Ως προς την παλαιότερη πρόταση των Επιτροπών Κλαμαρή, Παπανικολάου, παρά τη θετική επίδραση της εν γένει νομολογίας του ΕΔΔΑ στην ελληνική νομοθεσία και νομολογία (βλ. και τη μονογραφία μου «Επιλεγμένη νομολογία του ΕΔΔΑ σε θέματα αστικού δικονομικού δικαίου») διατηρώ επιφυλάξεις, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος το ΕΔΔΑ να αναχθεί σε τέταρτο βαθμό δικαιοδοσίας κάθε πολιτικής δίκης, για παράδειγμα εξ αφορμής καθυστέρησης της πολιτικής δίκης (παραβίαση δικαιώματος σε ταχεία δίκη). Επίσης, επί αμιγώς διαδικαστικών θεμάτων (π.χ. ορισμένο δικογράφου αναίρεσης στην ελληνική πολιτική δίκη) δεν υφίσταται οικειότητα όλων των δικαστών του δικαστηρίου (πολλοί εκ των οποίων δεν έχουν δικαστική πείρα), λόγω των ιδιαιτεροτήτων ιδιωτικού και αστικού δικονομικού συστήματος κάθε χώρας και των θεμελιωδών διαφορών μεταξύ χωρών που εντάσσονται στην ομάδα του αγγλοσαξωνικού δικαίου και σε εκείνη του ηπειρωτικού δικαίου (π.χ. δικαστής ηπειρωτικού δικαίου κρίνει orders στο αγγλικό δίκαιο, αντίστροφα αγγλοσάξωνας νομικός που κρίνει ζητήματα δεδικασμένου με διαφορετικές νομικές αιτίες). Σε τέτοια ζητήματα το δικαστήριο κρίνει περισσότερο τη δικονομική ρύθμιση του κράτους - μέλους, αλλά και την εν γένει διαδικασία κατ’ αποτέλεσμα. Νομίζω ότι de lege ferenda θα πρέπει να περιληφθεί σχετικός λόγος αναψηλάφησης όπως είχε προταθεί από τις Επιτροπές Κλαμαρή, Παπανικολάου (παραβίαση δίκαιης δίκης), αλλά για συγκεκριμένες παραβιάσεις του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ (π.χ. παραβιάσεις ανεξάρτητου – αμερόληπτου δικαστηρίου, παραβίαση δικαιώματος ακρόασης).

ΑΝΑΙΡΕΣΗ

8) Άρθρο 560 ΚΠολΔ: προστίθενται δύο λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων: αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015)
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ : «Στο άρθρο 560 διευρύνθηκαν οι λόγοι αναίρεσης αποφάσεων του ειρηνοδικείου με την προσθήκη δυο νέων λόγων, με σκοπό την ενότητα της νομολογίας και την εξασφάλιση ορθότερης δικαστικής κρίσης. Προστέθηκαν ως λόγοι αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαθε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαθε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.»
Κριτική: Από τη Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κρίθηκε δικαιολογημένη η προσθήκη των επιπλέον δύο παραπάνω λόγων αναιρέσεων, ενώ στο σχέδιο των Επιτροπών Κλαμαρή και Παπανικολάου είχε προταθεί η προσθήκη μόνο του λόγου 559 αρ. 14 (παρά το νόμο κήρυξης ή μη ακυρότητας ή έκπτωσης από το δικαίωμα ή απαράδεκτό). Κατά την Επιτροπή του ΚΠολΔ η περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ, υπαγορεύθηκε λόγω της μικρής αξίας από άποψη αντικειμένου και γενικότερα μικρότερης σημασίας, ώστε να μην είναι σκόπιμο να ισχύει επί αυτών ο εκτεταμένος αναιρετικός έλεγχος και εξ αυτού του λόγου δεν προσβάλλεται η συνταγματική αρχή της ισότητας (ΣχΠολΔ ΙΙΙ.148, ΑΠ 1008/2002, ΝοΒ 2003.247). Όπως πειστικά επισημαίνεται, η ρύθμιση δεν θα αντέξει στο μέλλον καθώς θα αυξηθεί ο αριθμός των αναιρέσεων, τη στιγμή που ο Άρειος Πάγος είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένος (έτσι Στ.Πανταζόπουλος, ο.π., Πολυζωγόπουλος, ο.π.). Η ρύθμιση αυτή είναι και αντιφατική με την διαδοχική αύξηση της καθ’ύλην αρμοδιότητας των κατώτερων δικαστηρίων σε σχέση με τα ανώτερα πρωτοβάθμια δικαστήρια που έχει οδηγήσει στην εκδίκαση υποθέσεων σε πρώτο βαθμό από μονομελή δικαστήρια (Ειρηνοδικείο ή Μονομελές Πρωτοδικείο), αλλά και σε δεύτερο βαθμό (Μονομελές Πρωτοδικείο ή Μονομελές Εφετείο αντίστοιχα – άρθρα 14 -19 ΚΠολΔ). Πιο σωστή θα ήταν η μείωση της καθ’ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου και αντίστοιχα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, υπέρ του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καθώς ενόψει της ανωτέρω αύξησης της καθ’ ύλην αρμοδιότητας και της οικονομικής κρίσης παρατηρείται πολύ σοβαρή μείωση των υποθέσεων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, λόγω εκδίκασης πολύ σοβαρών υποθέσεων (με σοβαρό οικονομικό αντικείμενο για τα δεδομένα της εποχής) από μονομελή δικαστήρια που δεν έχουν το πλεονέκτημα (ίσως και την εγγύηση) της διασκέψεως της πολυμελούς σύνθεσης.   


9) Άρθρο 562, 568, 569, 571 ΚΠολΔ ιδίως Άρθρο 571 ΚΠολΔ:  «Αν ο εισηγητής κρίνει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη ή ότι όλοι οι λόγοι της, αρχικοί και πρόσθετοι, είναι απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι, εισηγείται προφορικώς σε τριμελές συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από δύο Αρεοπαγίτες, χωρίς κλήτευση των διαδίκων, την απόρριψη της αναίρεσης. Αν το συμβούλιο αποδεχθεί ομόφωνα την πρόταση του εισηγητή, εκδίδει διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης. Με την ίδια διάταξη επιδικάζεται στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη, αν αυτός είχε καταθέσει προτάσεις, ενώ η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπολογίζεται στο μισό του ελάχιστου ορίου και ορίζεται παράβολο τριακοσίων (300) έως εννιακόσια (900) ευρώ. Επί εργατικών υποθέσεων το παράβολο μπορεί να μειωθεί έως το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. (…) Με επιμέλεια του γραμματέα σημειώνεται ο αριθμός της διάταξης του συμβουλίου στο πινάκιο και στο φάκελο της υπόθεσης και επιδίδεται κυρωμένο αντίγραφό της στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο που υπογράφει την αναίρεση ή τους πρόσθετους λόγους μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την έκδοσή της.
 2. Αν εκδοθεί διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης, μπορεί ο αναιρεσείων να ζητήσει με αίτηση του να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της διάταξης και κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η οποία συντάσσει σχετική έκθεση στο βιβλίο της παραγράφου 3. Στην αίτηση επισυνάπτεται με ποινή απαραδέκτου διπλότυπο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, από το οποίο προκύπτει η κατάθεση του παράβολου που έχει ορισθεί με τη διάταξη. Ο αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης σημειώνονται στο  πρωτότυπο της αίτησης από τον συντάσσοντα την έκθεση, ο οποίος υπογράφει τη σχετική σημείωση. Η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Στη σύνθεση του δικαστηρίου δεν μετέχουν τα μέλη του συμβουλίου της παραγράφου 1. Αν το δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την αίτηση, ακυρώνει τη διάταξη του συμβουλίου και δικάζει την αναίρεση. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ως απαράδεκτη ή κρίνει μεν παραδεκτή την αίτηση, απορρίψει όμως στο σύνολό της την αναίρεση, διατάσσει συγχρόνως την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο ως δημόσιο έσοδο. Αλλιώς το παράβολο επιστρέφεται στον καταθέσαντα. Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ή η υποβληθείσα αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

 3. Αν ο εισηγητής δεν εισηγηθεί την απόρριψη της αναίρεσης ή δεν εκδοθεί απορριπτική διάταξη του συμβουλίου σύμφωνα με την παρ. 1 ή αν ο αναιρεσείων υποβάλει αίτηση να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, σύμφωνα με την παρ. 2, η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.»

Βασικά Χαρακτηριστικά Νέας Ρύθμισης : α) Επανέρχεται ο προέλεγχος των αναιρέσεων πρόβλεψη ίδια με εκείνη που είχε θεσπισθεί με το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 2915/2001 και καταργήθηκε με το ν. 3994/2011. Προβλέπεται προέλεγχος της αναιρέσεως από το Εισηγητή και, εάν κρίνει αυτός, ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη ή ότι όλοι οι λόγοι της, αρχικοί και πρόσθετοι, είναι απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι την εισαγωγή της αναιρέσεως σε τριμελές συμβούλιο και εφόσον αυτό συμφωνεί την έκδοση από αυτό σχετικής «διάταξης» για ματαίωση της συζήτησης. Η διαδικασία που ακολουθεί, διαγράφεται, όπως και υπό το καθεστώς του ν. 2915/2001, στις παρ. 2-4 του νέου άρθρ. 571.
β) Καταργείται η Εισηγητική Έκθεση του Εισηγητή.
γ) Τροποποιείται και το άρθρο 562 παρ. 4, όπου απαλείφθηκε η ανάγκη προτάσεως των αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο ερευνώμενων λόγων του άρθρ. 559 από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη.
Κριτική : α) Επί της επαναφοράς του προελέγχου των αναιρέσεων παρατηρούμε ως προς την λειτουργικότητα της ρύθμισης που επανέρχεται ότι στην αιτιολογική έκθεση για το άρθρο 46 του ν. 3994/2011 που τον κατάργησε αναφερόταν επί λέξει «η θεσπισθείσα με το ν. 2915/2001 πολυτελής και πολύπλοκη διαδικασία του προελέγχου των αιτήσεων αναιρέσεως από τον εισηγητή δικαστή επιβάρυνε αντί να αποφορτίσει τον Άρειο Πάγο, γι’ αυτό και η σχετική ρύθμιση περιέπεσε σε πλήρη αχρησία». Ερωτάται τι άλλαξε από το 2011 έως το 2016, που να μας βεβαιώνει ότι «δεν θα περιπέσει σε αχρησία» το επαναφερόμενο σύστημα (βλ. και Μαργαρίτη, Συμπλήρωμα ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 574, αριθ.2). Ο λόγος που το ανωτέρω σύστημα είχε περιπέσει σε αχρησία είναι ότι υποχρεώνει τον εισηγητή αρεοπαγίτη να ασχοληθεί εν συντομία με το παραδεκτό της αναίρεσης συντάσσοντας πρόταση στο συμβούλιο κι αν ο αναιρεσείων αντιλέξει πρέπει να ασχοληθεί εκ νέου με την υπόθεση σε όλη της την έκταση, επιπλέον δε η  όλη ρύθμιση είναι αντίθετη προς την αρχή της οικονομίας της δίκης, καθώς αυξάνει τις δίκες (Καλαβρός, Αναίρεση, σελ. 500 - 501). Πάντως, προβλέπεται αντίστοιχη διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ (άρθρα 28, 27) και ενώπιον του ΣτΕ (άρθρο 34Α πδ 18/1989). Επίσης, η συμμετοχή του Προέδρου του Αρείου Πάγου ή του αναπληρωτή του, και δύο Αρεοπαγιτών στο Τριμελές Συμβούλιο αυτό, έχει ως συνέπεια την αδυναμία συμμετοχής αυτών στην σύνθεση του Δικαστηρίου, που θα συζητήσει την υπόθεση, εάν ο αναιρεσείων επιμείνει στην συζήτηση κατά την παρ. 2 του άρθρ. 571. Η ρύθμιση λοιπόν κατακρίθηκε και κατακρίνεται, ενόψει των λειτουργικών προβλημάτων, που θα προκαλέσει, λαμβανομένου υπόψη του μικρού αριθμού των δικαστών που συμμετέχουν στα Τμήματα του Αρείου Πάγου [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μαργαρίτης), ΣυμπλΚΠολΔ, άρθρο 571 αριθ. 3, Πολυζωγόπουλος, ο.π.). Τέλος, επανέρχεται το δογματικό ζήτημα της φύσης της ανωτέρω διάταξης, η οποία κατά την κρατούσα γνώμη ελλείψει δημοσιότητας έναντι των διαδίκων και ακρόασης αυτών, ελλείψει δημοσιότητας της διαδικασίας και ελλείψει αιτιολογίας ορθώς δεν χαρακτηρίζεται ως δικαστική απόφαση [Ματθίας, Ο ΚΠολΔ μετά τον ν. 2915/2001, 2002.161-162, Απαλαγάκη, στο ίδιο έργο, 182 επ., Νίκας ΠολΔ ΙΙΙ, 534, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μαργαρίτης) ΕρμΚΠολΔ Συμπλήρωμα, άρθρο 571, αρ.5, βλ. πάντως Καλαβρό ο.π., 500 – 501].
 β) Επί της κατάργησης της εισηγητικής έκθεσης : στη διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου συζητήθηκε εκτενώς το ζήτημα και υπήρξε διαφωνία μεταξύ των μελών του δικαστηρίου (ΕΠολΔ 2014. 165, 168-170). Η πλειοψηφία (34 μέλη) τάχθηκε υπέρ της κατάργησης της εισήγησης με το επιχείρημα ότι η κατάθεση εισήγησης με μόνη τη διατύπωση των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος και η μετέπειτα συμμετοχή του εισηγητή στη σύνθεση προσβάλλει τη δίκαιη δίκη, ενώ μεγάλο μέρος των εισηγήσεων καθίστανται άνευ αντικειμένου, όταν οι διάδικοι ματαιώνουν τη συζήτηση ή παραιτούνται από την αναίρεση (Κράνης), ενώ παρατηρείται αυξημένη κατάθεση αιτήσεων εξαίρεσης κατά του εισηγητή (Πετρόπουλος). Τα ίδια επιχειρήματα περιέχονται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου. Ο εισηγητής του δικαστηρίου (Λεοντής) και η μειοψηφία 13 μελών αντιπαρέρχονται αυτά τα επιχειρήματα θεωρώντας ότι η παραίτηση/ματαίωση της συζήτησης συχνά οφείλεται στην πειστικότητα της εισήγησης με αποτέλεσμα την ελάφρυνση του δικαστηρίου από υποθέσεις. Επίσης, υποστηρίζουν ότι η εισήγηση επιταχύνει την έκδοση της απόφασης, διότι έχουν αποκρυσταλλωθεί τα ερευνώμενα ζητήματα (βοηθούμενου έτσι και του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης) και, επιπλέον, οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να επισημάνουν λάθη ή παραλείψεις της εισήγησης. Η θεωρία είναι αντίθετη στην κατάργηση της εισήγησης με το επιχείρημα ότι ο θεσμός του Εισηγητή Αρεοπαγίτη ως συντάκτη Εισηγητικής Εκθέσεως, έχει βαθιές ρίζες στην δικονομική μας παράδοση και έχει αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμος (Στ.Πανταζόπουλος, ΕΠολΔ 2014, 213 επ., Νίκας, στο ίδιο τεύχος, 286), ενώ εξυπηρετεί τόσο τους διαδίκους, κατά την προετοιμασία της συζητήσεως, όσο και το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την διάσκεψη, ώστε η κατάργησή της να μην είναι σκόπιμη (Πολυζωγόπουλος, ο.π.). Νομίζω, ότι είναι ορθό να διατηρηθεί η εισήγηση για τους λόγους που εκθέτει η μειοψηφία, με υποχρεωτική όμως προκατάθεση προτάσεων από όλους τους διαδίκους σε χρονικό σημείο που να είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη από τον εισηγητή δικαστή, οπότε να μην τίθεται ζήτημα παραβίασης της ισότητας των διαδίκων. Περαιτέρω, πρόκειται για εκδίκαση της απόφασης και όχι της υπόθεσης και απόφανση επί νομικών ζητημάτων, ώστε ο κίνδυνος επηρεασμού πολύπειρων δικαστικών να μην κρίνεται δικαιολογημένος.
γ) Επί της απαλοιφής της ανάγκης προτάσεως των αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο ερευνωμένων λόγων του άρθρ. 559 από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη, παρατηρείται εύστοχα (Πολυζωγόπουλος, ο.π.) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα πληροφορείται την σχετική άποψη του Δικαστηρίου εγκαίρως, ώστε να αναπτύξει τις σχετικές απόψεις του προς υπεράσπιση του κατά της αποδοχής αυτεπαγγέλτως ληφθησομένου υπόψη λόγου αναιρέσεως, ακόμη και εάν υποτεθεί, ότι μπορεί να υπάρξει σχετική υπόδειξη του Δικαστηρίου στα πλαίσια του άρθρου 236 (καθήκον διασαφήσεως) σε συνδ. με το άρθρ. 573 (διαδικασία ενώπιον του Ακυρωτικού). Έτσι, πλήττεται η ισότητα των διαδίκων και τίθεται θέμα παραβίασης των άρθρων 8, 20 Σ και 6§1 της ΕΣΔΑ (Στ.Πανταζόπουλος, ΕΠολΔ 2014, 214, Νίκας, στο ίδιο τεύχος, 286). Ας σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή, τεθείσα από την Επιτροπή Κανελλάκου το 1971 και όχι από τη Συντακτική – Αναθεωρητική Επιτροπή του ΚΠολΔ (βλ. για τη διάταξη Καλαβρό, ο.π., σελ. 407 επ.), ευρίσκεται εκτός του πνεύματος της αρχής της συζητήσεως, της αρχής της διαθέσεως και της αρχής πρωτοβουλίας των διαδίκων (άρθρα 106, 108 ΚΠολΔ) που διατρέχουν όλη την πολιτική δίκη και οδηγούν για παράδειγμα στην απόρριψη του αόριστου δικογράφου.
10) Τροποποίηση του άρθρου 580§3 ΚΠολΔ: μετά την τροποποίηση και της παρ. 3 του άρθρου 580, η μετ' αναίρεση συζήτηση στον Άρειο Πάγο διεξάγεται πλέον στο ίδιο Τμήμα, αντί του Τμήματος Παραπομπής, μετά από κλήση.

ΑΝΑΚΟΠΗ - ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ


1) Άρθρο 585 ΚΠολΔ: το δικόγραφο των νέων λόγων ανακοπής κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες (60) από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. (άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015).

ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ: «Σε συμφωνία με τις προθεσμίες της τακτικής διαδικασίας των άρθρων 237 και 238, οι νέοι λόγοι ανακοπής προτείνονται με πρόσθετο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται και επιδίδεται στον αντίδικο εντός εξήντα ημερών από την κατάθεση της ανακοπής. Στις ειδικές διαδικασίες η προθεσμία των οκτώ ημερών πριν από τη συζήτηση διατηρείται.»






[1] Καλαβρος, Εισαγωγή - Η φυσιογνωμία των νέων ρυθμίσεων, ΕΠολΔ 2014, σελ. 173.
[2] Β.Βαθρακοκοίλης, Η έφεση, 2015, σελ.494-495.
[3] Κεραμεύς, ΑστΔικΔ ΓΜ, σελ. 167-168·Hartmann σε Baumbach/Lauterbach/Albers/Hartmann ZPO Kommentar, 61 te Auflage, §296, αριθμ.2· Holzhammer, Österreichisches Zivilprozessrecht, σελ. 136. 
[4] Μακρίδου, Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του ΣχΝΚΠολΔ (2014) ως προς την τακτική διαδικασία - συζήτηση στο ακροατήριο ΕΠολΔ 2014, σελ. 187.
[5] Η λήψη της απόφασης αυτής με «διάταξη» του προέδρου του πολυμελούς δικαστηρίου, ήτοι από ένα μέλος μόνο του δικαστηρίου και όχι από όλα τα μέλη του δικαστηρίου, όπως για παράδειγμα οριζόταν παλαιότερα υπό το καθεστώς της παρόμοιας «πράξης» του παλαιού άρθρου 341 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε για ένα χρονικό διάστημα μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 ν. 1478/1984, προκαλεί σοβαρά ζητήματα λειτουργικής αρμοδιότητας, καθώς για ένα κρίσιμο περί την απόδειξη ζήτημα (αίτηση εξέτασης μαρτύρων) αποφαίνεται - και μάλιστα χωρίς αιτιολογία - ένα μόνο μέλος του δικαστηρίου. Κατά τη θεμελιώδη όμως διάταξη του άρθρου 109§2 ΚΠολΔ (πάντα ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του Συντάγματος), επιτρεπτή είναι μόνο η ανάθεση ειδικών διαδικαστικών πράξεων σε άλλο δικαστή, όπως η διεξαγωγή της μαρτυρικής απόδειξης, η δε διεύθυνση της συζήτησης από τον προεδρεύοντα δεν συνεπάγεται αυξημένες εξουσίες του τελευταίου έναντι των λοιπών μελών του δικαστηρίου (βλ. για παράδειγμα ακόμη και στο ζήτημα της διεύθυνσης της συζήτησης άρθρο 234§1 ΚΠολΔ σε αντιπαραβολή με το άρθρο 234§2 εδ.β΄ ΚΠολΔ). Εκ του λόγου αυτού, θα πρέπει να προηγείται διάσκεψη και απόφαση του Δικαστηρίου συλλογικά πριν την έκδοση της «διάταξης» περί εξέτασης μαρτύρων (Μαργαρίτης, ΕρμΚΠολΔ Ερμηνευτικό Συμπλήρωμα μετά το ν. 4334/2015 – άρθρο 237, αριθμ. 13).
[6] ΔιοικΟλομ ΑΠ 11/2014, ΕΠολΔ 2014, σελ. 163
[7] Καλαβρος, Εισαγωγή - Η φυσιογνωμία των νέων ρυθμίσεων, ΕΠολΔ 2014, σελ. 173 · Μακρίδου, ο.π., σελ. 189.
[8] Νίκας, ΠολΔ Ι,§44, αριθμ. 26-27, σελ. 514 - 515.
[9] BVerfG, NJW 1982.1635.
[10] Μακρίδου, Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του ΣχΝΚΠολΔ (2014), ως προς την τακτική διαδικασία – συζήτηση στο ακροατήριο, σελ. 189.
[11] Μακρίδου, ο.π., σελ. 189.
[12] ΑΠ 806/1979, ΝοΒ 1980.71, ΑΠ 1667/2001 ΕΕΝ 2003.123, ΕφΑθ 7396/2004, ΝοΒ 2005.1614 (ένσταση εξόφλησης απευθείας στον επισπεύδοντα και χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού)· ΑΠ 637/1980 ΝοΒ 1980.1988 (ανανέωση κατά το άρθρο 436 ΑΚ) · ΑΠ 931/1979, ΝοΒ 1980.286 (συμβιβασμός) ·ΕφΘεσ 815/1999 Αρμ 2000.677· Νίκας, ΔικΑνΕΚτ Ι §28 αριθμ.21, σελ. 591-592·Γεσίου - Φαλτση, ΔικΑνΕκτ Ι, § 40, αριθμ. 17, σημ.50.
[13] Υπό την προϋπόθεση βεβαίως καταβολής του πλειστηριάσματος, καθώς επί αναπλειστηριασμού τελευταία πράξη θα είναι η έκθεση (καρποφόρου) αναπλειστηριασμού και (βλ. Νίκα, ΔικΑν Εκτ Ι, §28, σελ. 590 σημ.55).
[14] Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεσις, άρθρο 934, §168, σελ. 464.
[15] Γεσίου - Φαλτση, ΔικΑνΕκτ Ι, § 34, αριθμ. 21, 23·ΑΠ 1667/2001, ΕΕΝ 2003.123, ΕφΘεσ 2902/2005 Αρμ 2006.94
[16] ΑΠ 340/2006 Δ 2006.1310 ·ΕφΘεσ 2902/2005 Αρμ 2006.94· Νίκας, ΔικΑν Εκτ ΙΙ, §52, σελ. 473.

1 σχόλιο:

  1. Η εισήγηση μας είχε αποσταλεί 1-2-2016 αλλά από παραδρομή δεν τη δημοσιεύσαμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"