Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

ΟλΣτΕ 2512/2016 Επιλογή Αντιπροέδρου ΣτΕ

Αριθμός 2512/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
  
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνθεση : Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων,
Μελη, Χρ. Ράμμος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ε. Αντωνόπουλος (εισηγητής) Σπ. Μαρκάτης, Ά. Καλογεροπούλου, Ό. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου, Α. Χλαμπέα, Τ. Κόμβου, Η. Μάζος, Χρ. Ντουχάνης, Β. Κίντζιου, Ε. Παπαδημητρίου, Κ. Νικολάου, Β. Πλαπούτα, Δ. Εμμανουηλίδης, Ό. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Ι. Σύμπλης, Σύμβουλοι, Ε. Σταυρουλάκη, Ο. Νικολαράκου, Τρ. Βαρουφάκη, Πάρεδροι
δικηγόροι Δημήτριος Κουτσούκης, Βασιλική Πανταζή,


Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί το από *.Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ Γ΄ */*..).
2. Επειδή, ο αιτών, Σύμβουλος της Επικρατείας, ζητεί με την κρινόμενη αίτησή του την ακύρωση του από * προεδρικού διατάγματος (ΦΕΚ Γ΄*), κατά το μέρος του με το οποίο προήχθη σε θέση Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ο νεώτερος αυτού στην επετηρίδα Σύμβουλος της Επικρατείας *
3. Επειδή, ο αιτών, προεπιλεγείς άλλωστε για την πλήρωση κενών θέσεων Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, με έννομο συμφέρον ζητεί την ακύρωση του προαναφερομένου Προεδρικού Διατάγματος, κατά το ως άνω μέρος του.
4. Επειδή, το άρθρο 90 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 5 ότι «Οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας… ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως ο νόμος ορίζει», στην δε παράγραφο 6 ότι «Οι αποφάσεις ή πράξεις κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας».
5. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 292/1984 Ολομ., 1274/1993 Ολομ., 4751-4752/1998, 1339/1988 κ.ά.), το κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος απαράδεκτο της αίτησης ακυρώσεως θεσπίζεται για τις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις του αυτού άρθρου 90 του Συντάγματος. Ειδικότερα, κατά το μέρος που η πιο πάνω παράγραφος αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, το απαράδεκτο αφορά τις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θεσπίζει η παράγραφος 5 κατά τη γραμματική της διατύπωση (ΣτΕ 4356/1997 Ολομ.). Συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο απαράδεκτο και εξετάζονται κατ' ουσία μόνον λόγοι ακυρώσεως που αμφισβητούν τη συνδρομή όρου ή περιορισμού που τίθεται ευθέως από τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος. Αντιθέτως, δεν είναι παραδεκτοί λόγοι ακυρώσεως, αναγόμενοι σε παράβαση όρων ή περιορισμών που τίθενται από τον κοινό νομοθέτη με το νόμο που προβλέπει η διάταξη αυτή. Οι όροι και περιορισμοί που τίθενται με το νόμο δεν μετουσιώνονται, κατά την έννοια των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, σε όρους του Συντάγματος και επομένως ο έλεγχός τους εμπίπτει στο απαράδεκτο της παραγράφου 6.
6. Επειδή, περαιτέρω, ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988, Α΄ 35), ορίζει στην παράγραφο 3 του άρθρου 49, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε εν τέλει με το άρθρο 1 του ν. 3841/2010 (Α΄ 55), τα εξής: «α) Οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Προέδρου και του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επιλέγει τους προαγόμενους μεταξύ εκείνων που έχουν τα νόμιμα προσόντα. Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων ζητείται από τον παραπάνω Υπουργό και δεν τον δεσμεύει κατά τη διατύπωση της εισήγησής του προς το Υπουργικό Συμβούλιο… γ) Η διάταξη της περίπτωσης α΄ της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται και για τις προαγωγές στις θέσεις των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πριν ζητηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του ως άνω Υπουργού, προεπιλέγει, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία, έξι από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα. Για καθεμία επιπλέον θέση, ο αριθμός των προεπιλεγόμενων αυξάνεται κατά δύο. Στη συνέχεια, ο Υπουργός απευθύνεται στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία, μετά από ακρόαση των υποψηφίων, εκφράζει, με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών της, γνώμη προτείνοντας αριθμό δικαστικών λειτουργών ίσο προς το ήμισυ των προεπιλεγέντων. δ) Για την πλήρωση των θέσεων, οι οποίες πρόκειται να μείνουν κενές στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, ο ως άνω Υπουργός κινεί τις διαδικασίες που ορίζονται στις διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων της παραγράφου αυτής το αργότερο ως το τέλος Απριλίου. ... ε) Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής παρέχεται μέσα σε δύο μήνες από τότε που ζητήθηκε και αφορά πάντοτε αριθμό δικαστικών λειτουργών που δεν μπορεί να είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος του αριθμού που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου αυτής. Η διαδικασία για την προαγωγή δικαστικού λειτουργού μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς την παραπάνω γνώμη, αν για οποιονδήποτε λόγο παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία. Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων μπορεί να παραλειφθεί, αν δεν είναι δυνατή η σύγκλησή της λόγω διάλυσης της Βουλής ή για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο».
7. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, το Υπουργικό Συμβούλιο, με την πράξη του *, προεπέλεξε συνολικά δεκατέσσερις (14) Συμβούλους Επικρατείας, μεταξύ των οποίων τόσο τον αιτούντα, όσο και τον νεότερο του αιτούντος στην επετηρίδα Σύμβουλο της Επικρατείας *, για την πλήρωση πέντε κενών οργανικών θέσεων Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζητήθηκε δε με το από * έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3841/2010 (Α΄ 55), η σχετική γνώμη της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την από * εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προς το Υπουργικό Συμβούλιο, παρά την παρέλευση διμήνου από τις *, χρόνο κατά τον οποίο ζητήθηκε η γνώμη της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής, δεν πραγματοποιήθη­κε σχετική συνεδρίαση και επομένως δεν διατυπώθηκε γνώμη του ως άνω οργάνου. Κατόπιν αυτού, το Υπουργικό Συμβούλιο, με την πράξη του *, η οποία απετέλεσε και την πρότασή του για την έκδοση του προσβαλλομένου προεδρικού διατάγματος, αποφάσισε να επιλέξει για προαγωγή, μεταξύ άλλων, τον Σύμβουλο της Επικρατείας *, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία των ατομικών υπηρεσιακών φακέλων των προεπιλεγέντων. Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι όλοι οι επιλεγέντες για την πλήρωση των κενών θέσεων Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας «έχουν όλα τα νόμιμα προσόντα και υπερέχουν των λοιπών κρινόμενων συναδέλφων τους, όπως προκύπτει από τη σχετική εισήγηση του αρμοδίου Υπουργού, την οποία αποδέχτηκε το Υπουργικό Συμβούλιο ύστερα από εκτίμηση των στοιχείων καθενός από τους κρινομένους και τη μεταξύ των μελών του συζήτηση». Στη συνέχεια δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Γ΄ * το Προεδρικό Διάταγμα της *, «που εκδόθηκε στην Αθήνα με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 90 του Συντάγματος και τα άρθρα 49 και 62 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών (κυρωτικός νόμος 1756/1988, Α΄ 35), όπως ισχύουν σήμερα», με το οποίο «προάγονται σε θέσεις Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι Σύμβουλοι της Επικρατείας, *, οι οποίοι έχουν όλα τα νόμιμα προσόντα, για να προαχθούν στις θέσεις αυτές».
8. Επειδή, ο αιτών προβάλλει, επικαλούμενος τις συζητήσεις στη Βουλή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ότι, ανεξάρτητα από το πώς ερμηνεύτηκε και εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος κατά το χρονικό διάστημα πριν την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, μετά την αναθεώρηση αυτή, κατά την αληθή έννοια του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος απαγορεύεται η αδικαιολόγητη ανατροπή της διαμορφωμένης σειράς αρχαιότητας των δικαστικών λειτουργών που διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα για την προαγωγή τους στον βαθμό του αντιπροέδρου. Η έννοια αυτή της διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος προκύπτει, κατά την άποψη του αιτούντος, και από το ότι η Βουλή που προήλθε από τις εκλογές του έτους 1996 αποφάσισε ότι είναι αναγκαία η αναθεώρηση της συγκεκριμένης διατάξεως, κατόπιν δε αυτού η Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή εδεσμεύετο να αναθεωρήσει οπωσδήποτε την συγκεκριμένη διάταξη με περιεχόμενο της δικής της επιλογής, δεν μπορούσε όμως να απέχει από την αναθεώρηση της συγκεκριμένης διατάξεως. Εξάλλου, το γεγονός ότι η υποχρέωση σεβασμού της σειράς αρχαιότητας των δικαστικών λειτουργών συνάγεται από το Σύνταγμα και ότι δεν δύναται «ο νομοθέτης να παρεμβαίνει δι' ειδικών διατάξεων, προς ανατροπήν της εκάστοτε, υπό των οργάνων της Διοικήσεως της Δικαιοσύνης διαμορφωμένης σειράς αρχαιότητας των δικαστικών λειτουργών» έχει κριθεί, κατά τον αιτούντα, με την 13/2004 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας σε Συμβούλιο.
9. Επειδή, ο λόγος αυτός, παραδεκτώς προβαλλόμενος, εφόσον με αυτόν ο αιτών επικαλείται παράβαση της διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, η οποία, κατά την άποψή του, θεσπίζει ως όρο για την διενέργεια της επιλογής σε θέση Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας τον σεβασμό της σειράς αρχαιότητος, που παραβιάσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση με την επιλογή στην θέση αυτή του 18ου στην επετηρίδα (βλ. ΣΕ 1757/2008, 4752/1998), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η επιλογή, κατά το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, δεν λαμβάνει χώρα αυτομάτως, κατά σειρά αρχαιότητας, αλλά γίνεται μεταξύ όλων των Συμβούλων Επικρατείας που έχουν τα νόμιμα τυπικά προσόντα. Εξ άλλου, ο συναφής ισχυρισμός ότι απαγορεύεται από το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος η αδικαιολόγητη ανατροπή της διαμορφωμένης σειράς αρχαιότητας των δικαστικών λειτουργών που διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα για την προαγωγή τους στον βαθμό του αντιπροέδρου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός προϋποθέτει εξέταση των κριτηρίων και των λόγων που οδήγησαν την πρόκριση νεοτέρου Συμβούλου Επικρατείας κατά παράβαση της σειράς αρχαιότητας. Όπως, όμως, έχει κριθεί (ΣτΕ 292/1984 Ολομ., 1274/1993 Ολομ., 4752/1998) στην έννοια της επιλογής, ως όρου της πιο πάνω συνταγματικής διάταξης, δεν περιλαμβάνεται και η έκθεση των κριτηρίων και των λόγων που οδήγησαν το αρμόδιο όργανο στη σχετική κρίση, διότι προϋποθέτει την δυνατότητα ελέγχου της αιτιολογίας της κρίσης αυτής, η οποία όμως αντιστρατεύεται το απαράδεκτο της παραγράφου 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος, που διαφορετικά δεν θα είχε νόημα και σκοπό. Ούτε, περαιτέρω, είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι δεν επιτρέπεται «ο νομοθέτης να παρεμβαίνει δι' ειδικών διατάξεων, προς ανατροπήν της εκάστοτε, υπό των οργάνων της Διοικήσεως της Δικαιοσύνης διαμορφωμένης σειράς αρχαιότητας των δικαστικών λειτουργών», διότι, εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω δεν ανατρέπει τη σειρά αρχαιότητας των δικαστικών λειτουργών ο νομοθέτης αλλά το Υπουργικό Συμβούλιο, δυνάμει της αρμοδιότητας που του έχει ανατεθεί από το Σύνταγμα (άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος). Τέλος, και ο ισχυρισμός ότι η Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή εδεσμεύετο να αναθεωρήσει οπωσδήποτε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος, με περιεχόμενο της δικής της επιλογής, δεν μπορούσε όμως να απέχει από την αναθεώρηση της συγκεκριμένης διατάξεως, παραδεκτώς μεν προβάλλεται από την άποψη των ορίων του δικαστικού ελέγχου της αναθεωρητικής διαδικασίας (ΑΕΔ 11/2003), ωστόσο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παρ. 4 του άρθρου 110 του Συντ., η απόφαση της προηγούμενης Βουλής σχετικά με τις διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν συνιστά «πρόταση». Ως εκ τούτου δεν υποχρεώνει την επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή να προβεί στην προταθείσα μεταβολή της συγκεκριμένης συνταγματικής διατάξεως. Αν και κατά την γνώμη του Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου ο αιτών στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την επιλογή του νεωτέρου αυτού Συμβούλου, διότι στον πίνακα προεπιλογής που συνέταξε ο Υπουργός Δικαιοσύνης απείχε μόλις * θέσεις του τελικώς επιλεγέντος (*).
10. Eπειδή, ο αιτών προβάλλει, στη συνέχεια, ότι, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3841/2010, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία, το Υπουργικό Συμβούλιο προεπιλέγει, με εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, έξι, κατ' αρχήν, από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα. Στη συνέχεια ζητείται, εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης, έκφραση γνώμης από όργανο της Βουλής, μετά από ακρόαση των υποψηφίων, για τρεις δικαστικούς λειτουργούς μεταξύ των προεπιλεγέντων κατά περίπτωση. Με την ως άνω διάταξη ο τυπικός νομοθέτης θέλησε, κατά την αντίληψη του αιτούντος, να αφαιρέσει το "μονοπώλιο" της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο και να παρεμβάλει γνωμοδοτική αρμοδιότητα ενός οργάνου της Βουλής (Διάσκεψη των Προέδρων), το οποίο έχει διακομματική σύνθεση, επιδιώκοντας διεύρυνση της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν. 3841/2010, η επιλογή της Διάσκεψης των Προέδρων αποτελεί εγγύηση «για την αντικειμενικότητα και την αξιοκρατία στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης» ενόψει και του γεγονότος «ότι η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής των Ελλήνων καλεί σε ακρόαση τους προεπιλεγόμενους από το Υπουργικό Συμβούλιο δικαστικούς λειτουργούς». Προβλέποντας ο τυπικός νομοθέτης την ως άνω γνωμοδοτική διαδικασία θέλησε, κατά την αντίληψη του αιτούντος, να εξασφαλίσει μείζονα διαφάνεια και δημοκρατική νομιμοποίηση χωρίς να καταργήσει την εκ του Συντάγματος προβλεπόμενη αρμοδιότητα επιλογής του Υπουργικού Συμβουλίου. Εν προκειμένω, στις 30.6.* κενώθηκαν η θέση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και τέσσερις θέσεις αντιπροέδρων. Οι θέσεις αυτές παρέμειναν κενές μέχρι την 28.8*, χρόνο παραιτήσεως της Κυβερνήσεως που είχε προέλθει από τις εκλογές της 25.1.2015 και διαλύσεως της Βουλής της ΙΣΤ' Περιόδου με το π.δ. 66/28.8.2015. Μετά τη διεξαγωγή των εκλογών της 20.9.2015 διορίστη­καν, κατ' άρθρο 81 παρ. 1 του Συντ., τα μέλη της νέας Κυβέρνησης, με το π.δ. 73/23.9.2015 (ΦΕΚ Α΄ 116/23.9.2015). Στις 3.10.2015 συγκλήθηκε σε Α΄ Τακτική Σύνοδο η Βουλή που προήλθε από τις βουλευτικές εκλογές της 20.9.2015. Από την Ολομέλεια της Βουλής εκλέχθηκε το Προεδρείο της Βουλής, οι Επιτροπές της Βουλής και η Διάσκεψη των Προέδρων αυτής. Η Διάσκεψη των Προέδρων, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, συγκαλείται σε τακτική συνεδρίαση από τον Πρόεδρό της κάθε εβδομάδα. Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα, δεν τηρήθηκε, κατά τον αιτούντα, ο ουσιώδης τύπος της εκφράσεως γνώμης από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Η διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 1 του ν. 3841/2010 δεν τηρήθηκε ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεκίνησε από την προηγούμενη Κυβέρνηση, δεδομένου ότι, μετά την διεξαγωγή των εκλογών της 20.9.2015, εξελέγη νέα Βουλή και διορίστηκε νέα Κυβέρνηση. Έτσι, οποιαδήποτε σχετική διαδικασία είχε, τυχόν, αρχίσει από την προηγούμενη Κυβέρνηση ή ενδεχόμενη έκφραση γνώμης από την προηγούμενη Βουλή δεν συνεχίζεται και στη νέα βουλευτική περίοδο αλλά πρέπει η σχετική διαδικασία να ξεκινήσει εκ νέου. Επομένως, βρίσκοντας η νέα Κυβέρνηση τέσσερις κενές θέσεις αντιπροέδρων και μία θέση που θα κενώνονταν με την πλήρωση της θέσεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, δηλαδή σύνολο πέντε κενές θέσεις, έπρεπε, κατά τον αιτούντα, να ζητήσει τη γνώμη της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής, η οποία, μετά από ακρόαση των υποψηφίων, με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών της, θα έπρεπε να εκφράσει θετική γνώμη για αριθμό δικαστικών λειτουργών ίσο προς το ήμισυ των προεπιλεγέντων. Παραλειφθέντος του ουσιώδους αυτού τύπου, το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα κατέστη, κατά τον αιτούντα, ακυρωτέο. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως, κατά το μέρος που αμφισβητεί την ορθή εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3841/2010 και όχι όρου ή περιορισμού που τάσσεται από την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη σκέψη 5, απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί (πρβλ. ΣτΕ 1274/1993 Ολομ.).
11. Επειδή, τέλος, ο αιτών ισχυρίζεται ότι το δικαστικό σώμα είναι ιεραρχικά διαρθρωμένο και δεν δύναται ο νομοθέτης να παρεμβαίνει δι' ειδικών διατάξεων προς ανατροπή της εκάστοτε υπό των οργάνων της Διοικήσεως της Δικαιοσύνης διαμορφωμένης σειράς αρχαιότητας των δικαστικών λειτουργών (βλ. απόφαση 13/2004 Ολομελείας ΣτΕ σε συμβούλιο). Με βάση την ανωτέρω κρίση της Διοικητικής Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν είναι δυνατή η ανατροπή του πίνακα αρχαιότητας με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3841/2010. Έτσι, εφόσον οι προς πλήρωση κενές θέσεις αντιπροέδρων ήταν πέντε, ο αριθμός των προεπιλεγόμενων για τους οποίους θα εζητείτο η έκφραση γνώμης από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής είναι οι πρώτοι δεκατέσσερις, με βάση τον πίνακα αρχαιότητας και όχι με αυθαίρετη κρίση του Υπουργού Δικαιοσύνης ή του Υπουργικού Συμβουλίου. Επομένως, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του ν. 3841/2010 και με σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία, για την πλήρωση των πέντε κενών θέσεων αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας έπρεπε, κατά τον αιτούντα, να ζητηθεί η έκφραση γνώμης από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής για τους πρώτους δεκατέσσερις Συμβούλους Επικρατείας που είχαν τα νόμιμα προσόντα, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΟΔΚΔΛ, να επιλεγούν για την πλήρωση των πέντε κενών θέσεων. Με τα δεδομένα αυτά, ο 18ος στον πίνακα αρχαιότητας και τελικώς επιλεγείς για την θέση του Αντιπροέδρου δεν μπορούσε να κριθεί για προαγωγή διότι δεν ήταν κατά νόμο προεπιλεκτέος. Και ο λόγος αυτός ακυρώσεως, που αμφισβητεί την ορθή εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3841/2010 και όχι όρου ή περιορισμού που τάσσεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί σε προηγούμενη σκέψη, απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί (πρβλ. ΣτΕ 1274/1993 Ολομ.). Κατά την ειδικότερη γνώμη των Συμβούλων Σ. Μαρκάτη και Α. Καλογεροπούλου, υπό την εκδοχή ότι είναι συνταγματικώς θεμιτή η θέσπιση από τον κοινό νομοθέτη ειδικής διαδικασίας επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων (βλ. αντιθέτως απόφαση 2/2010 της Διοικητικής Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας), τόσο ο ως άνω λόγος ακυρώσεως όσο και ο αμέσως προηγουμένως εξετασθείς είναι ακουστοί, διότι ο συνταγματικός νομοθέτης καθιέρωσε το απαράδεκτο δικαστικής προστασίας στην παράγραφο 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος, ως απόκλιση από θεμελιώδη για το κράτος δικαίου αρχή, έχοντας υπ’ όψη -και μόνο- την διαδικασία επιλογής των ανωτάτων δικαστηρίων από μόνο το υπουργικό συμβούλιο, κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο 5 του άρθρου αυτού. Ο δε κανόνας της απαράδεκτης προβολής λόγων ακυρώσεως αναφερόμενων σε παράβαση όρων ή περιορισμών που τίθενται από τον κοινό νομοθέτη με τον νόμο που προβλέπει η τελευταία αυτή συνταγματική διάταξη, δεν έχει, εν προκειμένω, εφαρμογή, διότι διαμορφώθηκε νομολογιακώς σε χρόνο κατά τον οποίο μόνο εμπλεκόμενο όργανο στην επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων και την εφαρμογή του σχετικού νόμου ήταν το υπουργικό συμβούλιο. Κατά την ίδια γνώμη, οι ως άνω λόγοι ακυρώσεως θα έπρεπε να απορριφθούν ο μεν πρώτος ως αβάσιμος, διότι εν προκειμένω ζητήθηκε η έκφραση γνώμης από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, ο δε δεύτερος ως άνευ εννόμου συμφέροντος προβαλλόμενος, διότι ο αιτών κατείχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, την 15η θέση στην επετηρίδα.


Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"