Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Τρία άρθρα που αφορούν την εκκαθάριση των ασφαλιστικών εταιρειών μετά το Ν. 4364/2016.



 
Δημοσιεύουμε κατωτέρω τρία άρθρα που δημοσιεύθηκαν στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου και αφορούν την εκκαθάριση των ασφαλιστικών εταιρειών μετά το Ν. 4364/2016.

Ευχαριστούμε τη διεύθυνση της ΕΣΔ, για την άδεια που μας παρείχε να αναδημοσιεύσουμε ολόκληρα τα άρθρα.





Εάν επιθυμείτε να γίνεται τώρα συνδρομητής και να ενημερώνεστε υπεύθυνα μέσα από τις στήλες του περιοδικού τότε πατήστε εδώ (Για εγγραφή στο περιοδικόκαθώς επίσης και για να λαμβάνετε άμεσα στο email σας ειδήσεις νομικού ενδιαφέροντος, σχολιασμένη επίκαιρη νομολογία, και νομικά άρθρα και σύνοψη της σημαντικότερης Νομολογίας- Αρθρογραφίας -Νομοθεσίας των τελευταίων μηνών.




1) Η  ΘΕΣΗ   ΤΟΥ  ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ  ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ [= Ε.Κ. ]  ΕΝΑΝΤΙ  ΤΟΥ  ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ  ΤΟΥ  ΖΗΜΙΟΓΟΝΟΥ  ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ  ΜΕΤΑ  ΤΟ Ν. 4438/2016 [ ΦΕΚ   αρ.  220  της  28-11-2016 ]              Αθαν. Γ.Κρητικού , Αντιπροέδρου  του  Α.Π. , ε.τ.



2) Ο ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΕΠΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΩΝ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΕΩΣ ΤΗΝ 31-12- 2015

(Ερμηνευτική προσέγγιση των άρθρων 242, 248 του Ν. 4364/2016 και 53 του Ν. 4438/2016)

υπό Γεωργίου Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.



3) Οι ρυθμίσεις του άρθρου 239 παρ. 4 και 5 του Ν. 4364/2016, σε σχέση με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα του άρθρου  614 αρ. 4 ΚΠολΔ.

 υπό Ιωάννη Γ. Μανουσάκη  Δικηγόρου Αθηνών
 =========================

1
 Η  ΘΕΣΗ   ΤΟΥ  ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ  ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ [= Ε.Κ. ]  ΕΝΑΝΤΙ  ΤΟΥ  ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ  ΤΟΥ  ΖΗΜΙΟΓΟΝΟΥ  ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ  ΜΕΤΑ  ΤΟ Ν. 4438/2016 [ ΦΕΚ   αρ.  220  της  28-11-2016 ]              
Αθαν. Γ.Κρητικού , Αντιπροέδρου  του  Α.Π. , ε.τ.

Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου τεύχος Ιανουάριος 2017

        Μία  από  τις  σημαντικές  διατάξεις  του  Π.Δ. 237/1986  είναι και  η διάταξη του  εδαφίου  γ′ της  παρ. 1 του  άρθ.  19  του  Π.Δ. 237/1986 . Η διάταξη   αυτή  καθιερώνει  την υποχρέωση   του  Επικ. Κεφαλαίου να  καταβάλει  αποζημίωση  στα παθόντα  πρόσωπα  σε  περίπτωση, μεταξύ  άλλων ,   που ο ασφαλιστής  πτώχευσε  ή  η σε  βάρος  του εκτέλεση  απέβη  άκαρπη ή  ανακλήθηκε η άδεια  λειτουργίας ασφαλιστικής  επιχείρησης ένεκα  παραβάσεως  νόμου. Η  διάταξη  αυτή  συμπληρώνεται    από  τη  διάταξη  της  παρ. 4  του  άρθ. 25  του  ιδίου   άνω  Π.Δ. Ορίζει  η τελευταία   αυτή  διάταξη  τα  ακόλουθα :   «Από  την  ημερομηνία  που  η ασφαλιστική  επιχείρηση   κηρύσσεται  σε  κατάσταση  πτώχευσης  ή ανακαλείται  η άδεια  λειτουργίας  της   για  παράβαση  νόμου , το  Επικουρικό Κεφάλαιο   υπεισέρχεται  αυτοδίκαια    στο  σύνολο  των  δικαιωμάτων  και  υποχρεώσεων  της  ασφαλιστικής  επιχείρησης  που  πηγάζουν   από  ασφαλιστικές  συμβάσεις  του  κλάδου  αστικής  ευθύνης  από  χερσαία  αυτοκίνητα  οχήματα . Εκκρεμείς  δίκες  συνεχίζονται  χωρίς  άλλο  από  το      Επικουρικό  Κεφάλαιο ».
          Από  τις  παραπάνω  διατάξεις  βασική  διάταξη είναι  η πρώτη , αφού  αυτή  δημιουργεί  την  υποχρέωση   του Επικ. Κεφ. Η  δεύτερη  διάταξη  αποτελεί  το  έρεισμα  για  την υπεισέλευση  του Ε.Κ.   στα  δικαιώματα  και  στις  υποχρεώσεις  της  ασφαλιστικής  επιχείρησης  που  πηγάζουν  από  ασφαλιστικές  συμβάσεις του  κλάδου  αστικής  ευθύνης από   χερσαία  αυτοκίνητα  οχήματα.  Ειδικότερα  από  τη  στιγμή  που ο νόμος    με  την  πρώτη  άνω  διάταξη  καθιερώνει  την  υποχρέωση   του Επικ. Κεφ.  για  αποζημίωση  του  παθόντος  , αμέσως ανακύπτει  το  ερώτημα καθορισμού  του  τρόπου  με  τον  οποίο αυτό  θα  αναλάβει την  υποχρέωση  αποζημιώσεως  του  παθόντος. Κατά  το  πνεύμα  της  πρώτης  άνω   διατάξεως ο νομοθέτης αντί της  συμβατικής  ειδικής  διαδοχής  στην υποχρέωση [ αναδοχή  χρέους ] , καθιερώνει   την οιονεί  καθολική  διαδοχή   , δηλαδή την  εκ  του  νόμου  υπεισέλευση  του  Επικ. Κεφ.  στο  σύνολο  των  δικαιωμάτων  και  υποχρεώσεων  του  ασφαλιστή  που  πηγάζουν  από  ασφαλιστικές  συμβάσεις  του  κλάδου  αστικής  ευθύνης  από  χερσαία  αυτοκίνητα  οχήματα. Το   τελευταίο  εδάφιο  είναι  διάταξη δικονομική. Ο νόμος   αντί  της  βιαίας  διακοπής  της  δίκης [ βλ.  ΚΠολΔ  286  επ. ] επιλέγει   την εκ  του  νόμου  αυτόματη  υπεισέλευση   του  Επικ. Κεφ.  στη  δικονομική  θέση  του  ασφαλιστή [ ως  ενάγοντος, εναγομένου , προσεπικαλούμενου ].
         Σημειώνεται  ότι  η παραπάνω  διάταξη  του  άρθ. 25  παρ. 4  του Π.Δ.  237/1986     καταργήθηκε  εξολοκλήρου  με τη  λιτή  διάταξη  του άρθ. 53  του πρόσφατου  ν. 4438/2016 [  ΦΕΚ  αρ. 220  τ.Α′   της  28-11-2016]. H  Αιτιολογική  Έκθεση  [ βλ.  στον  ΚΝοΒ  2016, σ. 2896 ] επί  του  τελευταίου  αυτού νόμου  στο  άρθρο αυτής  55 [  που  ακολούθως  έλαβε  τον  αριθμό  53 ]  ορίζει  τα  ακόλουθα : ″ Η εν  λόγω  παρ. 4  του  άρθρου  24  του ν. 489/1976 , όπως    κωδικοποιήθηκε ως  παρ. 4  του  άρθρου  25  του  π.δ.  237/1986  , έρχεται  σε  αντίθεση  με  το  ν. 4364/2016, καθώς σκοπός της  θέσπισης  του  άρθρου  242 του ν. 4364/2016  ήταν η συμπερίληψη  των  εργασιών  σε  περιπτώσεις  ανάκλησης  της άδειας  λειτουργίας   και εκ παραδρομής  δεν καταργήθηκε  η ως  άνω  διάταξη″. Ειδικότερα  θα  μπορούσε  κανείς  να  σκεφθεί   ότι  δεν εδικαιολογείτο η διατήρηση της  διατάξεως  της  παρ. 4  του  άρθ. 25  του π.δ. 237/1986  μετά την παρ. 3  του  άρθ. 242  του ν. 4364/2016  που  όριζε  ότι  ″Ο ασφαλιστικός  εκκαθαριστής  γνωστοποιεί  στο  Επικουρικό Κεφάλαιο  την  αναλυτική  κατάσταση  με  τις  βεβαιωμένες  απαιτήσεις  από  ασφαλίσεις  αστικής  ευθύνης αυτοκινήτων , καθώς  και  κάθε  επικαιροποίηση  αυτής.Το  Επικουρικό  Κεφάλαιο  καταβάλει  αποζημίωση  σε  κάθε  δικαιούχο   με  βάση  την κατάσταση  του  προηγούμενου  εδαφίου   και σύμφωνα  με  τα  προβλεπόμενα  στον  κ.ν. 489/1976″.  Βέβαια  μετά   την κατάργηση της  παρ. 4  του  άρθ. 25  του π.δ. 237/1986  κατά τα  ανωτέρω   προκαλεί  προβληματισμούς  η διατήρηση  της  παρ. 9  του  άρθ. 248  του ν. 4364/2016 που  ορίζει  για  τις  υφιστάμενες  κατά την  31-12-2015   ασφαλιστικές  εκκαθαρίσεις  ότι  το Επικουρικό  Κεφάλαιο  υπεισέρχεται  αυτοδικαίως  στις  υποχρεώσεις  και  τα   δικαιώματα  της  υπό  ασφαλιστική  εκκαθάριση ασφαλιστικής  επιχείρησης , διαχειρίζεται  από  κοινού  με  τον ασφαλιστικό  εκκαθαριστή  το  χαρτοφυλάκιο  κλάδου  αστικής  ευθύνης  αυτοκινήτων  και  υποχρεούται  να  καταβάλει  στον  ασφαλιστικό  εκκαθαριστή   το  ποσό  που  αντιστοιχεί …..   Βλ.  επισήμανση  του  θέματος  και  στην  ΕπΣυγκΔ  2016, 432. Εδώ  πρέπει  να  τονισθεί ότι δεν  εθίγη η διάταξη  του  άρθ. 19  παρ. 1  εδάφιο  γ′  του Π.Δ.  237/1986  που  καθιερώνει την  υποχρέωση  του Επικ. Κεφ.  προς  αποζημίωση  του  θύματος  τροχαίου  ατυχήματος. Δηλαδή  καταργήθηκε  η διάταξη  που ρυθμίζει  τον τρόπο αναλήψεως  της  υποχρεώσεως  από το  Επικ. Κεφ.
Δεν  υπάρχει  στον  τελευταίο  αυτόν  νόμο  καμία  σαφής  ένδειξη  για  το τι   ευθέως  θα  ισχύσει  στις  περιπτώσεις  που  ρύθμιζε η καταργηθείσα  διάταξη. Κατά  την  ορθότερη  άποψη η κάλυψη του  κενού  θα  γίνει

με  τη  συνδυασμένη   εφαρμογή  των  κρινομένων ως  καταλλήλων  διατάξεων  που  θα  αντληθούν  από τον   ομοίως   σχετικώς  πρόσφατο  ν. 4364/5-2-2016, με την  παρ. 1 του  άρθ. 278   του οποίου  καταργήθηκε  από  1-1-2016  το ν. δ. 400/1970  περί  Ιδιωτικής  Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως.
Επομένως  σε  περίπτωση  πτωχεύσεως   ή  οριστικής  ανακλήσεως  της  άδειας  λειτουργίας  ασφαλιστικής  επιχειρήσεως   που  ασκεί  τον  κλάδο  αστικής  ευθύνης   για  ζημιές  από  αυτοκίνητα , για  την οποία  σύμφωνα  με  το  εδάφιο γ ′ της  παρ. 1  του  άρθ.  19  του Π.Δ. 237/1986   ανακύπτει  περίπτωση  ευθύνης  του  Επικουρ. Κεφαλαίου  έναντι  του  παθόντος  τρίτου ,  θα  γίνει  προσφυγή  στο ν. 4364/2016   για την  ανεύρεση  των  εφαρμοστέων  διατάξεων. Από  τη  σχετική  έρευνα ως  πλέον  πρόσφορες διατάξεις  θεωρούνται  οι  παρακάτω :
Σύμφωνα  με  την παρ. 1 του  άρθ. 235  του Ν.4364/2016   [ έναρξη   διαδικασιών  εκκαθάρισης ]   Η  εποπτική  Αρχή  είναι  η μόνη  αρμόδια   να  ανακαλέσει  την  άδεια  λειτουργίας  ασφαλιστικής  επιχείρησης   του  άρθρου  220  του  παρόντος. Στην  περίπτωση  αυτή  ακολουθεί  το  στάδιο  ασφαλιστικής  εκκαθάρισης , εκτός  αν άλλως  ορίζεται  στην  απόφαση. Περαιτέρω  κατά την  παρ. 4  του  ιδίου  άνω  άρθρου « Τριάντα  ( 30 )  ημέρες   μετά  την  ανάκληση  της  άδειας  λειτουργίας   ασφαλιστικής  επιχείρησης  θεωρούνται  αυτοδίκαια  λυμένες όλες  οι  ασφαλιστικές  συμβάσεις  της. Η  Εποπτική  Αρχή  μπορεί  με  απόφασή  της  να  παρατείνει , για  ένα ή  περισσότερα  ασφαλιστικά  χαρτοφυλάκια , το χρονικό  διάστημα   του  πρώτου  εδαφίου   της  παρούσας, για  όσο  χρόνο βρίσκεται  σε  εξέλιξη  η διαδικασία  του  άρθρου  228   του  παρόντος ». Εξάλλου    κατά την  τελευταία  παρ. 7  του  ιδίου  άνω  άρθρου  « Ασφαλιστική  επιχείρηση  δεν κηρύσσεται  σε  πτώχευση  ούτε  είναι  δυνατό   να  ανοίξει  επ’αυτής   προπτωχευτική  διαδικασία  εξυγίανσης. Λύση  , για  οποιονδήποτε  λόγο , του  νομικού  προσώπου  ασφαλιστικής  επιχείρησης  δεν  μπορεί  να  επέλθει  εφόσον  η Εποπτική  Αρχή   δεν  έχει  προηγουμένως  ανακαλέσει  την  άδεια  λειτουργίας της  επιχείρησης σύμφωνα  με  την  παρ.1  του  παρόντος  άρθρου».
 Από  την  παραπάνω  διάταξη , σύμφωνα  με την  οποία  η ασφαλιστική  επιχείρηση   δεν  κηρύσσεται  σε  πτώχευση   , προκύπτει  ότι  έμμεσα  καταργήθηκε   από   το  εδάφιο  γ′  της  παραγράφου  1  του  άρθ. 19 του  Κ.Ν.  489/1976  το  μέρος  εκείνο  κατά  το  οποίο  η  πτώχευση  του  ασφαλιστή  αποτελούσε  λόγο ευθύνης  του  Ε.Κ. έναντι  του  παθόντος  τρίτου.
Περαιτέρω  ενδιαφέρουσες  είναι  ορισμένες  διατάξεις  του  άρθ. 242  του Ν. 4364/2016  που  έχει  τίτλο  ″ Εργασίες  εκκαθάρισης – Εξασφάλιση  και  αναγγελία  απαιτήσεων  από  ασφάλιση.
Οι  διατάξεις  αυτές  είναι  οι ακόλουθες. ″  1……2.  Ο  ασφαλιστικός  εκκαθαριστής  καλεί  μέσα  σε  τριάντα (  30 )  ημέρες  από  τον  διορισμό  του  ή  από  την  πάροδο  του  χρονικού  διαστήματος  της  παραγράφου  4  του άρθρου  235  του παρόντος , τους  δικαιούχους απαιτήσεων  από  ασφάλιση , με  ανακοίνωση  που  δημοσιεύεται  μία  φορά  την  εβδομάδα  επί  τρείς  ( 3 )  συνεχείς  εβδομάδες   σε  πέντε  (  5 )  ημερήσιες  πανελλαδικής  κυκλοφορίας  εφημερίδες  καθώς  και  στην  ιστοσελίδα  της  επιχείρησης  να  του  αναγγείλουν  τις  απαιτήσεις  τους   με  όλα τα  δικαιολογητικά  τους  στοιχεία…….3. Ο ασφαλιστικός  εκκαθαριστής  γνωστοποιεί   στο  Επικουρικό  Κεφάλαιο  την  αναλυτική  κατάσταση  με  τις  βεβαιωμένες  απαιτήσεις   από  ασφαλίσεις  αστικής  ευθύνης  αυτοκινήτων , καθώς  και  κάθε  επικαιροποίηση  αυτής. Το   Επικουρικό  Κεφάλαιο  καταβάλει  αποζημίωση  σε  κάθε  δικαιούχο  με  βάση  την κατάσταση   του  προηγουμένου  εδαφίου   και  σύμφωνα  με  τα  προβλεπόμενα  στο  ν.δ. 489/1976 (  Α′  331 ). Στην  περίπτωση  αυτή , το  Επικουρικό  Κεφάλαιο   δεν  υποκαθίσταται   στα  εξαιτίας  του  ατυχήματος  δικαιώματα  του  προσώπου  που  ζημιώθηκε   έναντι  του  υποχρέου  σε  αποζημίωση , υποκαθίσταται  όμως  μέχρι  του  ποσού  της  αποζημίωσης  που  κατέβαλε στο  κατ’άρθρο   240   του  παρόντος  προνόμιο των  απαιτήσεων  από  ασφάλιση ″.
           Άλλη  ενδιαφέρουσα  παρατήρηση  είναι  ότι το τελευταίο  εδάφιο της  παρ. 3  του άρθ. 242 αναφέρεται  στην  περίπτωση της  οριστικής  ανακλήσεως  της  άδειας  του ασφαλιστή. Η   ρύθμιση  αυτή  εναρμονίζεται  με  το  πρώτο  μέρος  του  δευτέρου εδαφίου  της  παρ. 4  του  άρθ. 19  του  Κ.Ν. 489/1976. Το  ίδιο  ισχύει  και  με  το  δεύτερο  μέρος  του  δευτέρου  εδαφίου της ιδίας  ως  άνω  παρ. 4. 
          Το  τελευταίο  εδάφιο  της παρ. 3 του  άρθ.242  του ν. 4364/2016  με  τη  διατύπωση  που  έχει κατά κάποιο  τρόπο  επαναλαμβάνει  τη διάταξη  της  παρ. 4  του  άρθ. 19  του Π.Δ.237/1986. Ερωτάται  τότε  ποία η τύχη  της  τελευταίας  αυτής  διατάξεως  μετά την έναρξη  ισχύος  της  άνω  προηγούμενης  διατάξεως. Έχω  την  άποψη  ότι η τελευταία  αυτή διάταξη εξακολουθεί να  ισχύει   εφόσον ούτε  καταργήθηκε  ούτε  τροποποιήθηκε  από την  προηγούμενη.
            Ιδιαίτερα  ερμηνευτικά  προβλήματα  θα  δημιουργηθούν από τις παρ. 9  και  13  του  άρθ. 248 του  Ν.4364/2016  ,το  οποίο  άρθρο   εφαρμόζεται  στις  υφιστάμενες   κατά την  31-12-2015   ασφαλιστικές  εκκαθαρίσεις.  Ειδικότερα  ορίζει η παρ. 9  του  άνω  άρθρου  ότι ″ το  Επικουρικό  Κεφάλαιο  υπεισέρχεται  αυτοδικαίως  στις  υποχρεώσεις  και  στα  δικαιώματα  της  υπό  ασφαλιστική  εκκαθάριση   ασφαλιστικής  επιχείρησης , διαχειρίζεται  από  κοινού  με  τον  ασφαλιστικό  εκκαθαριστή   το  χαρτοφυλάκιο  κλάδου  αστικής  ευθύνης  αυτοκινήτων   και  υποχρεούται  να  καταβάλει  στον  ασφαλιστικό  εκκαθαριστή   το  ποσό  που αντιστοιχεί  στην αναλογική  συμμετοχή  του  στα  έξοδα  εκκαθάρισης…….″.
Ερμηνευτικά  πρέπει  να γίνει  δεκτό  ότι  η αμέσως  παραπάνω  ρύθμιση  είναι  γενική   και  επομένως   καταλαμβάνει    και  ασφαλιστικές συμβάσεις  του  κλάδου  αστικής  ευθύνης  αυτοκινήτων. Πρόβλημα  ανακύπτει  κατά  πόσο  εξακολουθεί  να  ισχύει η παραπάνω διάταξη  μετά  την κατάργηση  από  το  άρθ. 53  του ν. 4438/2016 της  διατάξεως  του  άρθ.  25  παρ.  4  του Π.Δ.  237/1986   κατά  το  μέρος  πού όριζε  ότι  το Ε.Κ.  « Από  την  ημερομηνία  που  η ασφαλιστική  επιχείρηση  κηρύσσεται  σε  κατάσταση  πτωχεύσεως  ή  ανακαλείται η άδεια  λειτουργίας  της  για  παράβαση νόμου  υπεισέρχεται  αυτοδίκαια  στο  σύνολο  των  δικαιωμάτων  και  υποχρεώσεων  της ασφαλιστικής επιχείρησης  που  πηγάζουν  από  ασφαλιστικές  συμβάσεις  του  κλάδου   αστικής  ευθύνης  από  χερσαία  αυτοκίνητα  οχήματα».    Και  προς   την  οποία  τελευταία αυτή  διάταξη  εναρμονίζεται η παραπάνω  διάταξη  της παρ. 9  του  άρθ. 248  του  ν. 4364/2016.
Στο  σημείο  αυτό πρέπει  να επισημανθεί  ότι  στο  παλαιότερο  δίκαιο  που  ίσχυε  πριν   από το ν.  4364/2016  γινόταν  δεκτό  ότι  η διαδικασία   της  ασφαλιστικής  εκκαθάρισης   που   προβλεπόταν  από  τα  άρθ. 10  και  12α  του  ν.δ. 400/1970   δεν  εφαρμοζόταν   στην  περίπτωση  που   τεθεί  σε  ασφαλιστική  εκκαθάριση  ασφαλιστική  επιχείρηση   που  ασκούσε  τον  κλάδο  αστικής  ευθύνης  αυτοκινήτου. Στην  περίπτωση  αυτή  οι  απαιτήσεις  των  πιστωτών  αυτών  που συνήθως  είναι  τρίτοι  ζημιωθέντες  από  αυτοκινητικά  ατυχήματα  εκκαθαρίζονται  από  το  Επικουρ. Κεφάλαιο , το οποίο  υπεισέρχεται  αυτοδίκαια   στα  δικαιώματα  και  στις  υποχρεώσεις  της  εταιρίας  που  τέθηκε  σε  ασφαλιστική  εκκαθάριση  [ βλ.   Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, Ιδιωτικό  Ασφαλιστικό  Δίκαιο   Γ′  έκδ.2012 , σ.92  επ.].
Ερμηνευτικά  ζητήματα  θα  προκαλέσει   και η παρ. 13  του  άρθ. 248  του  ν. 4364/2016  καλύπτουσα  τις  υφιστάμενες  στις  31-12-2015  εκκαθαρίσεις   και  ορίζουσα  ότι  ″Το  Επικουρικό  Κεφάλαιο  δικαιούται  με  ιδιωτικό  συμφωνητικό :α)  να  αναδέχεται  από  την υπό  εκκαθάριση  επιχείρηση  τυχόν  εκκρεμείς  οφειλές  του  κλάδου  αστικής  ευθύνης  από  αυτοκίνητα   και  να καθίσταται  ως  προς  αυτές καθολικός  διάδοχος.   και  β)  να  παραιτείται  από  απαιτήσεις  του   κατά  της  υπό εκκαθάριση  επιχείρησης  με  σκοπό   τη  λήξη  της  εκκαθάρισης του  κλάδου  αστικής  ευθύνης  από  αυτοκίνητα″. Ενπρώτοις  η προκείμενη  διάταξη  γεννά  το  ακόλουθο ερωτηματικό . Αφού σύμφωνα  με την  παρ. 9  του ίδιου  άρθ. 248  του  ν. 4364/2016 το  Επικουρ. Κεφ.  υπεισέρχεται  αυτοδικαίως   στις  υποχρεώσεις  και  στα  δικαιώματα  της  υπό  ασφαλιστική  εκκαθάριση  ασφαλιστικής  επιχειρήσεως  , ποία  χρησιμότητα  εξυπηρετεί  η δυνατότητα  αναδοχής  οφειλών με  ιδιωτικό  συμφωνητικό. Αφού το  Ε.Κ. υπεισέρχεται  αυτοδικαίως  στις οφειλές της  ασφαλιστικής επιχειρήσεως  , αυτό  σημαίνει  ότι  οι  οφειλές  αυτές  μεταφέρονται  στο  Ε.Κ.    και  δεν  διατηρούνται στην  ασφαλιστική  επιχείρηση  ώστε  να  αποτελέσουν  αντικείμενο αναδοχής  χρέους  , προδήλως  κατά  την  έννοια  της  ΑΚ  471  επ.
          Άλλο   περαιτέρω  ερώτημα   που  γεννάται  είναι το  ακόλουθο : Ορίζοντας  η παρ. 9  του  άρθ. 248 του ν.4364/2016 ότι το Επικ. Κεφ.  υπεισέρχεται  αυτοδικαίως  στις  υποχρεώσεις  και  τα  δικαιώματα της  υπό  ασφαλιστική  εκκαθάριση  ασφαλιστικής  επιχειρήσεως ,  τυπικώς  επαναλαμβάνει  κατά  τούτο την  παρ. 4  του  άρθ. 25  του Π.Δ. 237/1986,  όμως  στη  συνέχεια  ερωτάται  αν διατηρεί  την  ισχύ  της η προηγούμενη  διάταξη   από  τη  στιγμή που  η διάταξη του  άρθ. 25  παρ. 4  του Π.Δ. 237/1986  καταργήθηκε   με  το  άρθ. 53  του ν. 4438/2016.
           Άλλο   περαιτέρω  ερώτημα  που  γεννάται  είναι  και  το  ακόλουθο: Η  κατά  την  ΑΚ 471  αναδοχή  χρέους  δημιουργεί  ειδική  διαδοχή  στο  χρέος που είναι  η παθητική  πλευρά  της  απαιτήσεως. Καθολική  διαδοχή  επέρχεται  κατά  κανόνα με το θάνατο  του φυσικού  προσώπου  και  αφορά  το  σύνολο  της  περιουσίας  του [ ΑΚ 1710 ], δηλαδή  υποχρεώσεις  και  δικαιώματα. Το  ερώτημα  που  στη  συνέχεια  γεννάται  είναι  τούτο : Αφού η αναδοχή  χρέους  αποτελεί  μορφή   ειδικής  διαδοχής , τότε  πώς  εξηγείται  ως  προς  τις  εκκρεμείς οφειλές  που  αναδέχεται  το  Ε.Κ.   να  καθίσταται  ως  προς  αυτές, κατά  τη  διατύπωση  της  διατάξεως ,   καθολικός  διάδοχος.  Έχω   την  άποψη  ότι  το ορθότερο  θα  ήταν  να  αναγράφεται  στο  νόμο  ″οιονεί  καθολικός  διάδοχος″. Κάτι τέτοιο  ενέχει  αντιφατικότητα, εκτός  αν  χρησιμοποιείται   ο όρος  της καθολικής  διαδοχής  με  την  έννοια  ότι  περιλαμβάνει  το  σύνολο   των  εκκρεμών  οφειλών.
Σύμφωνα  με  το  άρθ. 248  του  ν. 4364/2016   οι  αναφερόμενες  διατάξεις  από  το  άρθρο αυτό εφαρμόζονται   στις  υφιστάμενες  κατά την 31-12-2015  ασφαλιστικές  εκκαθαρίσεις πράγμα  που λογικώς  προϋποθέτει  ότι  μέχρι τότε   πρέπει να  έχει  προηγηθεί η ανάκληση της  άδειας  λειτουργίας  της  ασφαλιστικής επιχειρήσεως  και  ενδεχομένως  η λύση  της. Αντιθέτως   για τις  ασφαλιστικές  εκκαθαρίσεις  που  επέρχονται  από την 1-1-2016   και  εφεξής  εφαρμόζονται  όλες  οι  λοιπές  διατάξεις  του  ν. 4364/2016  που  κατήργησε  το    Ν.Δ  400/1970.-
Η κατά  την  παρ. 9  του άρθ. 248  του ν. 4364/2016 υπεισέλευση  του Ε.Κ.   στα  δικαιώματα  και στις  υποχρεώσεις  του ασφαλιστή  εφαρμόζεται  κατά την  παρ. 1  του  άρθ. 248  του  άνω  νόμου στις υφιστάμενες  κατά την  31-12-2015  ασφαλιστικές  εκκαθαρίσεις. Το  ίδιο  ισχύει και για την  κατά  την  παρ. 13  του ίδιου  άνω  άρθρου  αναδοχή από το  Ε.Κ.  οφειλών  που  προκύπτουν  από  τον  κλάδο  αστικής  ευθύνης  από  χερσαία αυτοκίνητα  οχήματα. Αντιθέτως  από το  νόμο  δεν  προκύπτει  με  σαφήνεια  αν η υπεισέλευση   του Ε.Κ.  και  η αναδοχή  χρέους  εφαρμόζονται  στις  εκκαθαρίσεις  ασφαλιστικών εταιριών μετά  από  οριστική  ανάκληση  της  άδειας  λειτουργίας  τους  που  επέρχονται  μετά  την  1-1-2016.  Στις  περιπτώσεις  αυτές   δεν  φαίνεται  να  χωρεί  υπεισέλευση  του  Ε.Κ. ή  αναδοχή  χρέους. Αντιθέτως στις  περιπτώσεις  αυτές η παρ. 3 του  άρθ. 242  του ν. 4364/2016  ορίζει  ότι  ο ασφαλιστικός  εκκαθαριστής  γνωστοποιεί  στο  Ε.Κ.  την  αναλυτική  κατάσταση  με  τις  βεβαιωμένες  απαιτήσεις   από  τις  ασφαλίσεις  αστικής  ευθύνης αυτοκινήτων καθώς  και κάθε  επικαιροποίηση αυτής. Το  Ε.Κ.    καταβάλει  αποζημίωση  σε  κάθε  δικαιούχο   με  βάση  την κατάσταση  του  προηγούμενου  εδαφίου   και  σύμφωνα  με  τα  προβλεπόμενα  στο  ν. 489/1976.
Το  τελευταίο  εδάφιο  της  παρ. 4  του  άρθ. 25  του Π.Δ.  237/1986  το  οποίο  , όπως  προεκτέθηκε , ως  τμήμα  της  παραγράφου  καταργήθηκε  από  το  άρθ. 53  του ν.4438/2016, όριζε  ότι ″ εκκρεμείς  δίκες   συνεχίζονται  χωρίς  άλλο  από  το  Επικουρικό Κεφάλαιο″.  Μετά  την  κατάργηση  αυτή ερωτάται  πώς  ρυθμίζεται  πλέον  η περίπτωση  αυτή. Η απάντηση  πρέπει  να  αναζητηθεί  στις  γενικές  διατάξεις. Ειδικότερα με την  παρ. 7  του άρθ. 235  του ν. 4364/2016  ορίζεται  ότι  Ασφαλιστική  επιχείρηση  δεν  κηρύσσεται  σε  πτώχευση  ούτε  είναι  δυνατόν  να  ανοίξει  επ’αυτής   προπτωχευτική  διαδικασία εξυγίανσης. Λύση , για  οποιονδήποτε λόγο, του  νομικού  προσώπου   ασφαλιστικής  επιχείρησης δεν  μπορεί  να  επέλθει , εφόσον  η Εποπτική  Αρχή   δεν  έχει  προηγουμένως  ανακαλέσει   την  άδεια  λειτουργίας της  επιχείρησης  σύμφωνα  με  την παράγραφο  1  του  παρόντος άρθρου. Επί  του  θέματος  της  επιδράσεως  στη  δίκη  της  λύσεως   του  διαδίκου  νομικού  προσώπου γίνεται  δεκτό  στη νομολογία  ότι η λύση  αυτή δεν  επιφέρει  βιαία  διακοπή  της  δίκης [ βλ. ΕφΑθ 4144/2002 ΝοΒ  2003,58]. Η δίκη  συνεχίζεται [  όχι  πλέον   από  το  Επ.Κεφ. όπως   στο  ισχύσαν  καθεστώς ]  και  το  νομικό  πρόσωπο εκπροσωπείται  από  τον  εκκαθαριστή  του   χωρίς  να  υπάρχει   ανάγκη  να   γίνεται  λόγος    στην  απόφαση  ότι τελεί  υπό  εκκαθάριση [βλ. ΕφΑθ  3614/1988 ΕπΕμπΔ 1989,429 ].
              Η παρ.  8   του  άρθ. 19  του π.δ. 237/1986  όπως  διαμορφώθηκε  μετά το ν. 4092/2012  ορίζει  τα  ακόλουθα :″ Η  αγωγή  κατά  του Ε.Κ.   είναι  παραδεκτή , μόνον  αν  ο ενάγων  έχει  υποβάλει προ  της  άσκησής  της  στο Ε.Κ.  έγγραφη  αίτηση  αποζημίωσης , με  συνημμένα  τα  έγγραφα  που  αποδεικνύουν  την  απαίτησή  του.Το  Ε.Κ.  είναι  υποχρεωμένο  να  απαντήσει  αιτιολογημένα  στην  αίτηση  εντός  τριών  μηνών  από  την  υποβολή  της,  σύμφωνα  με  την  παρ. 6  του  άρθρου  6  του  νόμου  αυτού. Μετά  τη λήψη  της  απάντησης  του Ε.Κ.  ή  την  άπρακτη  παρέλευση  της  άνω  προθεσμίας , ο παθών  δύναται  να  ασκήσει  αγωγή  κατά  του Ε.Κ.″.  Η  διάταξη  αυτή  δεν  φαίνεται  να  έχει  θιγεί  από τους  πρόσφατους  νόμους  4364/2016  και   4438/2016. Επομένως  εξακολουθεί  να  ισχύει  ως  προϋπόθεση  του  παραδεκτού  της  αγωγής του  παθόντος  κατά  του Ε.Κ.  Βέβαια  για  να υποβληθεί αίτηση  του  παθόντος  στο Ε.Κ.  πρέπει  το  τελευταίο  να  έχει  υπεισέλθει  κατά  νόμιμο  τρόπο  στην  έννομη  σχέση  του  ασφαλιστή  του  οποίου  ανακλήθηκε  η άδεια  και του παθόντος  τρίτου, δηλαδή  απαιτείται  να  έχει  καταστεί  οφειλέτης   του  παθόντος  τρίτου και  να  έχει  στη  διάθεσή  του  όλα τα  αναγκαία  έγγραφα .-
------------------------------------

2

Ο ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΣΕΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
ΕΠΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΩΝ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ
ΕΩΣ ΤΗΝ 31-12- 2015
(Ερμηνευτική προσέγγιση των άρθρων 242, 248
του Ν. 4364/2016 και 53 του Ν. 4438/2016)
υπό Γεωργίου Αμπατζή
Δικηγόρου ε.τ.
(Δημοσιεύεται στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ τεύχος
Ιούλιος 2017)
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με τον νόμο 4364/2016 ο νομοθέτης ενσωμάτωσε στην ελληνική νομοθεσία τις
διατάξεις της Οδηγίας 2009/138 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
της 25-11- 2009, γνωστής και ως Solvency II (ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΙΙ). Ο σκοπός για
τον οποίο ο ενωσιακός νομοθέτης θέσπισε τις διατάξεις αυτής της Οδηγίας ήταν η
αποτελεσματική αντιμετώπιση κατά ενιαίο τρόπο από τα κράτη μέλη της Ένωσης των
κινδύνων που απειλούν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και της διαχείρισης αυτών των
κινδύνων. Ειδικώτερα, ως προς το ζήτημα της εκκαθάρισης της ασφαλιστικής
επιχείρησης το οποίο μας ενδιαφέρει εδώ, ο ενωσιακός νομοθέτης τονίζει ότι τα
κράτη μέλη πρέπει να λάβουν πρόνοια, ώστε να εξασφαλισθούν, μεταξύ των άλλων,
με ενιαίο τρόπο α) η προστασία των ασφαλιστικών πιστωτών και β) η ισότιμη
μεταχείρισή τους, μέσα στα πλαίσια της διαδικασίας της εκκαθάρισης.
Ο Έλληνας νομοθέτης, κατά την ενσωμάτωση της πάρα πάνω Οδηγίας, απέφυγε
να ανανεώσει εξ αρχής το ελληνικό δίκαιο της ασφαλιστικής επιχείρησης, ώστε να
δημιουργήσει ένα νέο νομοθέτημα στηριγμένο στις διατάξεις αυτής της Οδηγίας. Αντί
γι’αυτό προτίμησε να χρησιμοποιήσει ως βάση το ισχύον μέχρι τότε εσωτερικό
δίκαιο, το οποίο τροποποίησε και συμπλήρωσε έτσι ώστε αυτό να εναρμονίζεται με
την Οδηγία. Αποτέλεσμα αυτής της νομοτεχνικής τακτικής ήταν να προκύψουν
διάφορες αστοχίες, οι οποίες έγιναν αντιληπτές αμέσως μετά την εφαρμογή του
νόμου 4364/2016 1 .

ΙΙ. Ο ΝΟΜΟΣ 4364/2016 ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ

Για να γίνει κατανοητή η θέση που υποστηρίζεται σε αυτή την εργασία πρέπει να
παρουσιαστεί συνοπτικά ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώνει ο νόμος 4364/2016 τη
διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ο νόμος αυτός, ως προς το ζήτημα των
ασφαλιστικών εκκαθαρίσεων, περιλαμβάνει δύο βασικά και διαφορετικά μεταξύ τους
ρυθμιστικά κεφάλαια.
Το πρώτο κεφάλαιο, το οποίο αναφέρεται στις ασφαλιστικές
επιχειρήσεις που τίθενται σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης από την 1 η
Ιανουαρίου 2016 και μετά, περιέχεται στο άρθρο 242, ενώ το δεύτερο κεφάλαιο, το
οποίο αναφέρεται στις εκκαθαρίσεις που υπήρχαν ήδη κατά την 31-12- 2015,
περιέχεται στις διατάξεις του άρθρου 248 του εν λόγω νόμου. Το χρονικό σημείο της
έναρξης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης στην τελευταία αυτή περίπτωση οριζόταν
από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 και 9 α ΄ του Ν.Δ. 400/1970, το οποίο
καταργήθηκε από 1-1- 2016 με την παράγραφο 1 του άρθρου 278 του νόμου
4364/2016.
Με τις διατάξεις του νόμου αυτού εισάγεται νέα διαδικασία διεκδίκησης των
αξιώσεων των ασφαλιστικών πιστωτών. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την
πρόσκληση από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή προς τους πιστωτές της υπό
εκκαθάριση επιχείρησης να αναγγείλουν σε αυτόν τις απαιτήσεις τους συνοδευόμενες
από τα στοιχεία τα οποία τις τεκμηριώνουν. Ακολούθως ο εκκαθαριστής προχωρεί
στην επαλήθευση των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν και στη σύνταξη της
κατάστασης των δικαιούχων, το στάδιο των αντιρρήσεων κατά της κατάστασης αυτής
και η εκδίκασή τους κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία τηρείται
τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση
των αντιρρήσεων είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της υπό εκκαθάριση
επιχείρησης και το αρμόδιο Εφετείο για την εκδίκαση της έφεσης. Εισάγεται δηλαδή
μία διαδικασία η οποία είναι παρόμοια με τη διαδικασία η οποία προβλέπεται στον
Πτωχευτικό Κώδικα, οι διατάξεις του οποίου άλλωστε συμπληρωματικά
εφαρμόζονται και στην ασφαλιστική εκκαθάριση, σύμφωνα με τη διάταξη της
παραγράφου 3 του άρθρου 235 του εν λόγω νόμου. Η διάταξη αυτή εναρμονίζεται
άλλωστε και προς εκείνη του άρθρου 179 του Πτωχευτικού Κώδικα (Νόμος
3588/2007), η οποία ορίζει ότι οι διατάξεις αυτού του Κώδικα εφαρμόζονται
συμπληρωματικά και στην περίπτωση της εκκαθάρισης των ασφαλιστικών
επιχειρήσεων κατά το μέρος που αυτές δεν ορίζονται ειδικά 2 . Η προπεριγραφόμενη
διαδικασία είναι κοινή τόσο για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις οι οποίες υπήρχαν ήδη
στις 31-12- 2015 όσο και για εκείνες που επήλθαν μετά από το χρονικό αυτό σημείο,
με την ακόλουθη κεφαλαιώδους σημασίας διαφοροποίηση. Συγκεκριμένα για τις
εκκαθαρίσεις οι οποίες επέρχονται μετά την 1-1- 2016 εφαρμόζεται για όλους
ανεξαιρέτως τους πιστωτές της υπό εκκαθάριση εταιρίας η διαδικασία των
αναγγελιών και των επαληθεύσεων των απαιτήσεων από τον ασφαλιστικό
εκκαθαριστή. Όμως στις εκκαθαρίσεις οι οποίες υφίστανται κατά την 31-12- 2015 δεν
υπάγονται στην πάρα πάνω διαδικασία οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών, αλλά
εξαιρούνται αυτής οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την
κυκλοφορία αυτοκινήτων καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής για τους
οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Αυτό συνάγεται ρητά από τη
διάταξη του άρθρου 248 παρ. 8 εδαφ. β του εν λόγω νόμου, ο οποίος εξαιρεί από
την πρόσκληση του εκκαθαριστή προς τους δικαιούχους για αναγγελία των
απαιτήσεών τους την κατηγορία των δικαιούχων οι απαιτήσεις των οποίων
στηρίζονται σε ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων.
ΙΙΙ. Η ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΕΠΙ ΤΩΝ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ
ΕΩΣ ΤΗΝ 31-12- 2015 ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΩΝ
ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 53 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 4438/2016
Με το άρθρο 53 του Ν. 4438/2016 καταργήθηκε στο σύνολό της η διάταξη του
άρθρου 24 παρ. 4 του Ν. 489/1976 (αρθρ. 25 παρ. 4 του ΠΔ 237/1986). Η διάταξη
αυτή περιέχει δύο πολύ σημαντικές ρυθμίσεις, μία ουσιαστικής και μία δικονομικής
φύσεως. Στην πρώτη από αυτές ορίζεται ότι «…από την ημερομηνία που η
ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια
λειτουργίας της για παράβαση νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο (εφεξής Ε.Κ.)
υπεισέρχεται αυτοδίκαια στον κύκλο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της
ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου
αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα….». Με την δεύτερη εξάλλου,
δικονομικού περιεχομένου διάταξη, θεσπίζεται ο κανόνας ότι «…εκκρεμείς δίκες
συνεχίζονται χωρίς άλλο από το Ε.Κ.». Αμέσως μόλις έγινε γνωστή η ρύθμιση του
άρθρου 53 του νόμου 4438/2016 προκλήθηκε σύγχυση και ανησυχία σχετικά με την
ουσιαστική και δικονομική θέση των δικαιούχων ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από
την κυκλοφορία αυτοκινήτων έναντι του Ε.Κ. και τις υποχρεώσεις αυτού του νομικού
προσώπου προς τους εν λόγω δικαιούχους. Η αρχική σύγχυση που δημιουργήθηκε
διαλευκάνθηκε μετά από μία προσεκτική ανάγνωση του νόμου 4364/2016 μόνο όμως
ως προς τις ουσιαστικές υποχρεώσεις του Ε.Κ. έναντι των δικαιούχων
ασφαλίσεως από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Ειδικώτερα με τη διάταξη της
παραγράφου 9 εδαφ. α΄ του άρθρου 248 αυτού του νόμου, το οποίο αφορά μόνο τις
εκκαθαρίσεις που υπήρχαν κατά την 31-12- 2015, επανέρχεται κατ΄ουσίαν σε ισχύ
η καταργηθείσα πρώτη από τις πάρα πάνω ουσιαστικού περιεχομένου ρυθμίσεις, και
ορίζεται ότι «…το Ε.Κ. υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις και τα
δικαιώματα της υπό ασφαλιστικής εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης,
διαχειρίζεται από κοινού με τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή το χαρτοφυλάκιο του
κλάδου αστικής ευθύνης αυτοκινήτων….». Με τη θέσπιση αυτής της διάταξης, η
οποία προϋπήρχε του άρθρου 53 του πάρα πάνω καταργητικού νόμου, είναι
ολοφάνερο ότι αίρεται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τη διατήρηση της
υποχρέωσης του Ε.Κ. να αποζημιώνει τους δικαιούχους με όλο το ύψος του ποσού
που ορίζει ο νόμος και στις πάρα πάνω περιπτώσεις που προέβλεπε η παράγραφος
24 παρ. 4 του Ν. 489/1976 3 . Την πάρα πάνω θέση υποστήριξε ευθύς εξ αρχής ο
Α.Κρητικός, με την επισήμανση ότι η διάταξη του άρθρου 53 αυτού του νόμου δεν
έθιξε και τις ρυθμίσεις του άρθρου 19 παρ. 1 εδαφ. α΄του ΠΔ 489/1976, που
καθιερώνει την υποχρέωση του Ε.Κ. προς αποζημίωση του θύματος τροχαίου
ατυχήματος 4 .
IV. O ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΤΩΝ
ΖΗΜΙΩΘΕΝΤΩΝ ΣΕ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ


ΓΙΑ ΤΙΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΕΣ ΕΩΣ ΤΗΝ 31-12- 2015 ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΙΣ
Ενώ λοιπόν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι με το νέο νόμο δεν εθίγησαν οι
ρυθμίσεις του προηγούμενου δικαίου όσον αφορά την υποχρέωση του Ε.Κ. έναντι
των ζημιωθέντων σε τροχαίο ατύχημα, εξακολούθησε να παραμένει ως
αμφισβητούμενο ζήτημα ο δικονομικός τρόπος προβολής των αξιώσεων αυτών των
προσώπων κατά του Ε.Κ. για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις οι οποίες υφίσταντο
κατά την 31-12- 2015. Δύο είναι συγκεκριμένα τα ερωτήματα που προκύπτουν: 1)
Ποιος νομιμοποιείται παθητικά για την έγερση της αγωγής, αν η ασφαλιστική εταιρία
του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε τεθεί σε εκκαθάριση έως την 31-12- 2015 και 2)
Ποιος θα συνεχίσει τις εκκρεμείς δίκες για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις που
υπήρχαν έως το πάρα πάνω χρονικό σημείο (31-12- 2015), αφού η διάταξη που
προέβλεπε τη συνέχισή τους από το Ε.Κ. έχει καταργηθεί. Πρέπει εξ’αρχής να
τονισθεί ότι ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής δεν νομιμοποιείται παθητικά ούτε στην
πρώτη ούτε στην δεύτερη περίπτωση. Και αυτό γιατί με τη ρητή διάταξη του άρθρου
248 παρ. 8 εδαφ. β΄του Ν. 4364/2016 οι απαιτήσεις των δικαιούχων των ασφαλίσεων
αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων εξαιρούνται ρητά από τη
διαδικασία της πρόσκλησης του ασφαλιστικού εκκαθαριστή προς τους πιστωτές, τις
αναγγελίες των απαιτήσεών τους και της επαλήθευσής τους από αυτόν. Επομένως ο
ασφαλιστικός εκκαθαριστής δεν μπορεί να είναι ο αρχικά εναγόμενος ή ο εκ των
υστέρων υπεισερχόμενος στη θέση της ασφαλιστικής εταιρίας η οποία τέθηκε σε
εκκαθάριση έως την 31-12- 2015. Έχουμε την άποψη ότι στα δύο πάρα πάνω
ζητήματα που τέθηκαν η απάντηση είναι η ακόλουθη: 1) Για τις αξιώσεις κατά της
ασφαλιστικής εταιρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η οποία είχε τεθεί σε
εκκαθάριση έως την 31-12- 2015 νομιμοποιείται παθητικά το Ε.Κ. 2) Οι
εκκρεμείς δίκες που είχαν αρχίσει με εναγόμενη την ασφαλιστική εταιρία η
οποία είχε τεθεί σε εκκαθάριση κατά το πάρα πάνω χρονικό σημείο
συνεχίζονται από το Ε.Κ., το οποίο υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα
και τις υποχρεώσεις της, σύμφωνα με την παράγραφο 9 εδαφ. α΄ του άρθρου
248 του νόμου 4364/2016. Η θέση μας αυτή στηρίζεται στην ακόλουθη
επιχειρηματολογία: Η κατάργηση της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 24 του
Ν. 489/1976 (παράγραφος 4 του άρθρου 25 του ΠΔ 237/1986) οφείλεται σε
νομοθετική αστοχία, η οποία δημιούργησε ακούσιο (μη ηθελημένο) κενό νόμου,
το οποίο πρέπει να συμπληρωθεί από τον εφαρμοστή του δικαίου με την ερμηνευτική
μέθοδο της τελολογικής συστολής. Πραγματικά στην ιστορική διαδρομή των
νομοπαρασκευαστικών επιτροπών δεν είναι άγνωστες οι περιπτώσεις νομοθετικής
αστοχίας είτε διότι ο ιστορικός νομοθέτης μπορεί να μην έχει πλήρη επιστημονική
εποπτεία στον χώρο στον οποίο επεμβαίνει είτε διότι πιέζεται από τις κοινωνικές
συνθήκες οι οποίες προκαλούν ανάγκες για επείγουσες ρυθμίσεις (σχετικά
παραδείγματα τέτοιας νομοθετικής αστοχίας που συνέβησαν κατά το παρελθόν
βλέπετε σε Κ. Μπέη «Εισαγωγή στην δικονομική σκέψη», παρ.20 ο οποίος
επισημαίνει αυτές τις εμφανιζόμενες κάποτε δυσλειτουργίες του
νομοπαρασκευαστικού έργου). Πιστεύουμε ότι ακριβώς επείγουσες ρυθμιστικές
ανάγκες, σε συνδυασμό με τον τρόπο που επέλεξε ο έλληνας νομοθέτης να
ενσωματώσει τη σχετική Οδηγία όπως αναφέρεται πάρα πάνω, τον οδήγησαν στην
ψήφιση του άρθρου 53 του νόμου 4438/2016, με τον οποίο καταργήθηκε στο σύνολό
της η πάρα πάνω διάταξη και μάλιστα τόσο ως προς το ουσιαστικό όσο και ως προς
το δικονομικό σκέλος της.
Το γεγονός ότι πρόκειται για ακούσια παράλειψη του νομοθέτη να ρυθμίσει και
τον δικονομικό τρόπο με τον οποίο προβάλλονται οι αξιώσεις των ζημιωθέντων στην
κατηγορία αυτή των εκκαθαρίσεων, καταδεικνύεται από τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Στο
τμήμα της αιτιολογικής έκθεσης του νόμου 4438/2016 που αφορά το άρθρο 53 αυτού
(ΚΝοΒ 2016 σελ. 2896) αναφέρεται ότι : «Η παράγραφος 4 του άρθρου 24 του Ν.
489/1976, όπως αυτή κωδικοποιήθηκε ως παρ. 4 του άρθρου 25 του ΠΔ 237/1976,
έρχεται σε αντίθεση με το Ν. 4364/2016, καθώς σκοπός της θέσπισης του άρθρου
242 του Ν. 4364/2016 ήταν η συμπερίληψη των εργασιών σε περιπτώσεις
ανάκλησης άδειας λειτουργίας και εκ παραδρομής δεν καταργήθηκε η ως άνω
διάταξη». Είναι λοιπόν φανερό ότι όταν ο νομοθέτης καταργούσε την πάρα πάνω
διάταξη είχε υπόψη του μόνο α) τις εκκαθαρίσεις του άρθρου 242 του Ν. 4364/2016,
δηλαδή εκείνες οι οποίες επέρχονται μετά την 1-1- 2016 και β) τις εκκαθαρίσεις του
άρθρου 248 οι οποίες δεν εξαιρούνται από τη διαδικασία που προβλέπεται σε αυτή
τη διάταξη, όχι όμως και τις εξαιρούμενες από αυτή τη διαδικασία αξιώσεις.
Τέτοιες αξιώσεις είναι εκείνες των δικαιούχων ασφαλίσεως αστικής ευθύνης, οι
οποίες δεν υπόκεινται στη διαδικασία της αναγγελίας και της επαλήθευσης από τον
ασφαλιστικό εκκαθαριστή. Το επιχείρημά μας αυτό προσεπιβεβαιώνεται και από το
τμήμα της αιτιολογικής έκθεσης του εν λόγω νόμου που αφορά το άρθρο 248 αυτού
(ΚΝοΒ 2016 σελ. 63). Σε αυτό το τμήμα της αιτιολογικής έκθεσης ο νομοθέτης
ομολογεί ότι η υφιστάμενη νομοτεχνική υποδομή και οι ισχύουσες ρυθμίσεις δεν
επέτρεπαν την ένταξη στο νέο πλαίσιο για την ασφαλιστική εκκαθάριση και των
υφισταμένων εκκαθαρίσεων. Έχει δηλαδή ακριβώς υπόψη του την εξαίρεση από τη
διαδικασία των αναγγελιών και επαληθεύσεων των αξιώσεων των δικαιούχων
ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων όπως και των
δικαιούχων ασφαλίσεως ζωής για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική
περίπτωση. Η αντιπαραβολή των πάρα πάνω αποσπασμάτων των αιτιολογικών
εκθέσεων καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης υπό καθεστώς σπουδής κατήργησε τη
διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 24 του Ν. 489/1976 στην οποία κατάργηση
συμπεριέλαβε και το δικονομικό περιεχόμενο της τελευταίας, ενώ είναι σαφές ότι είχε
υπόψη του μόνο το άρθρο 242 του νόμου 4364/2016, προς το οποίο υποστηρίζει ότι
έρχεται σε αντίθεση η καταργηθείσα διάταξη. Όμως τέτοια αντίθεση δεν αναφύεται
στις περιπτώσεις του άρθρου 248 παράγραφος 8 εδαφ. β΄ του εν λόγω νόμου,
οι οποίες ρητά εξαιρούνται από τη διαδικασία της αναγγελίας και της
επαλήθευσης των πιστώσεων από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή. Ενδεικτική
της σπουδής αυτής του νομοθέτη είναι και η νομοτεχνική διάρθρωση των πάρα
πάνω διατάξεων, η οποία καταδεικνύει και την αποσπασματική αντιμετώπιση του
ζητήματος. Δηλαδή ο νομοθέτης δεν ενέταξε την κατάργηση του άρθρου 24 παρ. 4
του Ν. 489/1976 στο σώμα του νόμου αυτού και συγκεκριμένα στο άρθρο 278 στο
οποίο αναφέρονται όλες οι καταργούμενες διατάξεις, όπως θα επέβαλε και η
συστηματική διάρθρωση ενός σοβαρού νομοθετήματος. Εκ των υστέρων αυτός
διεπίστωσε τις αντιφάσεις που προέκυψαν και έσπευσε με εμβόλιμη διάταξη σε ένα
άσχετο νομοθέτημα να προβεί στην κατάργηση της προαναφερόμενης διάταξης 5 .
Από την πάρα πάνω ανάλυση προκύπτει ότι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου
53 του νόμου 4438/2016 που καταλαμβάνει και τον δικονομικό τρόπο προβολής των
αξιώσεων της πάρα πάνω κατηγορίας του άρθρου 248 παρ. 8 εδαφ. β΄ του εν λόγω
νόμου υπερακοντίζει το σκοπό του νομοθέτη και βρίσκεται έξω από τα όρια της
βούλησής του. Και αυτό διότι, ενώ οι αξιώσεις αυτής της κατηγορίας εξαιρούνται της
διαδικασίας της αναγγελίας και επαλήθευσης, με την κατάργηση της παραγράφου 4
του άρθρου 24 του νόμου 489/1976 χωρίς κανένα λόγο καταργείται το δικονομικό
όχημα μέσω του οποίου προβάλλονται αυτές οι αξιώσεις είτε επί αρχικών
αγωγών είτε επί συνέχισης εκκρεμών αγωγών που έχουν ήδη αρχίσει.
Πιστεύουμε λοιπόν ότι πρόκειται εδώ για ακούσιο (αθέλητο) νομοθετικό κενό, με
το οποίο αφήνεται αρρύθμιστος ο δικονομικός τρόπος προβολής των πάρα
πάνω αξιώσεων, χωρίς αυτό να εντάσσεται στο νομοθετικό σχέδιο και στη
συνειδητή πρόθεση του νομοθέτη. Το κενό αυτό πρέπει να συμπληρωθεί με την
εφαρμογή της κατάλληλης ερμηνευτικής μεθόδου. Επειδή εδώ πρόκειται για ακούσιο
κενό, όπου ο νομοθέτης εκφράστηκε ευρύτερα από αυτό το οποίο θέλησε να επιτύχει
με τη σχετική ρύθμιση, η κατάλληλη ερμηνευτική μέθοδος πλήρωσής του είναι η
τελολογική συστολή 6 , με την έννοια ότι η καταργητική διάταξη του άρθρου 53 του
πάρα πάνω νόμου περιορίζεται μόνο στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του
άρθρου 24 του Ν. 489/1976 και δεν επεκτείνεται και στο δεύτερο εδάφιο αυτού, που
προβλέπει τον δικονομικό τρόπο υπεισέλευσης του Ε.Κ. στις εκκρεμείς δίκες. Με την
εφαρμογή της ερμηνευτικής αυτής μεθόδου επιτυγχάνεται η άρση του δικονομικού
αδιεξόδου το οποίο δημιουργήθηκε με την κατάργηση του τελευταίου εδαφίου της
παραγράφου 4 του άρθρου 24 του Ν. 489/1976 (παρ. 4 α. 25 του ΠΔ 237/1986), ενώ
παράλληλα υπηρετείται και ο πραγματικός (ηθελημένος) στόχος του νομοθέτη.
Ο στόχος αυτός εκφράζεται από το ίδιο το κείμενο του νόμου, το οποίο επιφυλάσσει
για τις περιπτώσεις αποζημιώσεων από τροχαία ατυχήματα σε ασφαλιστικές
εκκαθαρίσεις προ της 1-1- 2016 κυριαρχικό ρόλο στο Ε.Κ. Οι διατάξεις αυτές είναι
οι ακόλουθες: 1)Το άρθρο 248 παρ. 9 εδαφ. α΄με το οποίο ορίζεται ότι το Ε.Κ.
υπεισέρχεται και μάλιστα αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα της
υπό ασφαλιστικής εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης και διαχειρίζεται από
κοινού με τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή το χαρτοφυλάκιο του κλάδου αστικής
ευθύνης. 2) Το ίδιο άρθρο στην παράγραφο 12 του οποίου ορίζεται ότι στις
εκκαθαρίσεις που υφίσταντο κατά την 31-12- 2015 το Ε.Κ. διοικεί και διαθέτει όλα
τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε τοποθέτηση ασφαλίσεων αστικής
ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα και 3) Ότι από τις λειτουργικές
αρμοδιότητες του ασφαλιστικού εκκαθαριστή (πρόσκληση προς αναγγελία των
απαιτήσεων, παραλαβή και επαλήθευση των απαιτήσεων, σύνταξη πίνακα
δικαιούχων) εξαιρούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την
κυκλοφορία αυτοκινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 248 παρ. 8 εδαφ. β΄του νόμου.
Δεν πρέπει να παραγνωρισθεί ότι υπάρχει ήδη μία τεχνογνωσία του Ε.Κ. στο
χειρισμό των υποθέσεων των υπό εκκαθάριση ασφαλιστικών εταιριών για τις
διαδικασίες που έχουν εξελιχθεί ενώπιον των δικαστηρίων και για τις υποθέσεις που
εκκρεμούν μέχρι σήμερα. Η πλούσια αυτή εμπειρία θα ήταν άδικο να μείνει
ανεκμετάλλευτη από την άποψη της οικονομίας των ίδιων των διαδικασιών οι οποίες
στοχεύουν στον συμφέρον των δικαιούχων-ζημιωθέντων.
Επισημαίνουμε ότι για να μην θεωρηθεί ως αυθαιρεσία του εφαρμοστή του
δικαίου η πάρα πάνω προτεινόμενη τελολογική συστολή, αλλά να στηρίζεται στην
επιστημονική μεθοδολογία, ο τελευταίος είναι σκόπιμο κατά την κατάστρωση του
δικανικού του συλλογισμού να περιλάβει στη μείζονα σκέψη αυτού τα ακόλουθα
στοιχεία: α) Να δηλώνεται ότι επιχειρείται τελολογική συστολή, προκειμένου να
εξυπηρετηθεί με τη μέθοδο της αντικειμενικής τελολογικής ερμηνείας το σχέδιο και ο
σκοπός του νομοθέτη. β) Να διαπιστώνεται ότι πρόκειται πράγματι για ακούσιο κενό,
το οποίο χρήζει πληρώσεως μέσω της ερμηνείας και γ) Να εξηγείται γιατί επελέγη
αυτή η μέθοδος πληρώσεως του κενού και όχι κάποια από τις ενδεχόμενες δυνατές
άλλες 7 . Έτσι η ορθή δικαστική κρίση θα καλύψει με την ερμηνευτική αυτή μέθοδο το
κενό που προέκυψε με την προπεριγραφόμενη νομοθετική αστοχία.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
1. Στις εκκαθαρίσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίες
επέρχονται από την 1-1- 2016 και εφεξής εφαρμόζεται αποκλειστικά η
διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 242 του Ν. 4364/2016 και για τους
δικαιούχους ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων.
(Αναγγελία της απαιτήσεως στον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, επαλήθευση
αυτών των απαιτήσεων και σύνταξη από τον τελευταίο κατάστασης των
βεβαιωμένων απαιτήσεων). Διευκρινίζεται ότι δεν έχει σημασία ο χρόνος κατά
τον οποίο συνέβη το ατύχημα, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε η
ασφαλιστική εκκαθάριση. Στη θέση της αγωγής η οποία ασκείτο πριν από την
ισχύ του νόμου υπεισέρχεται η πάρα πάνω διαδικασία της αναγγελίας της
απαιτήσεως, της επαλήθευσής της και της σύνταξης της κατάστασης των
απαιτήσεων από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή.
2. Για τις υφιστάμενες έως και την 31-12- 2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις οι
δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων
(δηλαδή οι παθόντες σε τροχαία ατυχήματα) οφείλουν να εγείρουν αγωγή κατά
του Επικουρικού Κεφαλαίου το οποίο νομιμοποιείται παθητικά. Οι εκκρεμείς
δίκες επί των υποθέσεων αυτών για τις εκκαθαρίσεις που υφίσταντο κατά την
31-12- 2015 συνεχίζονται από το Επικουρικό Κεφάλαιο. Η άποψή μας αυτή
στηρίζεται στο επιχείρημα ότι η κατάργηση της διάταξης της παραγράφου 4
του άρθρου 24 του Ν. 489/1976, οφείλεται σε ακούσιο νομοθετικό κενό, το
οποίο πρέπει να πληρωθεί με τελολογική ερμηνεία (τελολογική συστολή). Στο
πάρα πάνω κείμενο επιχειρείται η αναλυτική τεκμηρίωση της άποψης αυτής.
                                                  --------------------------------------

==========================================
3
Οι ρυθμίσεις του άρθρου 239 παρ. 4 και 5 του Ν. 4364/2016, σε σχέση με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα του άρθρου  614 αρ. 4 ΚΠολΔ.

υπό Ιωάννη Γ. Μανουσάκη 
Δικηγόρου Αθηνών

(Σ.Σ. Συνεχίζουμε την παρουσίαση της σχετικής αρθρογραφίας αναφορικά με τα δικονομικά προβλήματα που προέκυψαν σχετικά με τα οριζόμενα στο Ν. 4364/2006 συμβάλλοντας σ’ ένα γόνιμο επιστημονικό διάλογο με στόχο την καλύτερη ενημέρωση και αντιμετώπισή τους).
     1.- Στο ΝΔ 400/1970 (ΦΕΚ Α΄ 273/17.1.1970) «περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως» και ειδικότερα στα άρθρα 10 και 12α οριζόταν η διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σε περίπτωση ανάκλησης  της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, πλην όμως οι διατάξεις αυτές δεν είχαν εφαρμογή στις περιπτώσεις που η ασφαλιστική εταιρία της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασκούσε τον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων1. Ειδικότερα στο άρθρο 12α παράγ. 6 του ΝΔ 400/1970 οριζόταν ότι «6. Με τη θέση της επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με πρωτοβουλία των δικαιούχων ασφαλίσματος ή του επόπτη εκκαθάρισης και του εκκαθαριστή ή του επόπτη πτώχευσης και του συνδίκου. Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, ανεξάρτητα από το ποσό».
     Με το άρθρο 278 παρ. 1 του Ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α΄ 13/5.2.2016),  που ορίζει ότι «Από την 1η Ιανουαρίου 2016 καταργείται το ν.δ. 400/1970 (Α΄ 10) και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτό νοείται εφεξής αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου», καταργήθηκε ολόκληρο το Ν.Δ. 400/1970, άρα και οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 10 και 12α αυτού και ειδικότερα η άνω παράγραφος 6 του τελευταίου άρθρου, διότι θεσπίστηκαν νέες διατάξεις για την ασφαλιστική εκκαθάριση στα άρθρα 235 επ. του Ν. 4364/2016, όπου και μεταφέρθηκαν και οι καταργηθείσες διατάξεις του ΝΔ 400/1970..
Ειδικότερα, ο Ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α΄ 13/5.2.2016) «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και των άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), στα άρθρα 2 και 8 της Οδηγίας  2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της  16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (εφεξής ΕΑΑΕΣ) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών, καθώς και στο άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ηςΝοεμβρίου 2011, σχετικά με την συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί της ιδιωτικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις», ορίζει στο άρθρο 235 ότι «1. Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση», στο άρθρο 235  ότι «1. Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση…..», και στο άρθρο 239 (Διαδικασία ασφαλιστικής εκκαθάρισης-Άρθρα 279, 284 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)  παράγραφοι 4 και 5 ότι «4. Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 5. Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό.».   
     Σύμφωνα με το άρθρο 284 παρ. Α΄ του Ν. 4364/2016 «Εναρξη ισχύος διατάξεων Μερών Πρώτου – Έκτου (άρθρο 311 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, άρθρο 8 της Οδηγίας 214/51/ΕΚ). Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων των Μερών Πρώτου έως Έκτου του παρόντος νόμου έχουν ισχύ από 1η Ιανουαρίου 2016, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 144, 221 έως και 248 και 272 που ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού». Ο νόμος δημοσιεύθηκε 5-2-2016 (ΦΕΚ  Α΄ 13) και ως εκ τούτου οι παραπάνω διατάξεις και ειδικότερα του άρθρου  239 (που ενδιαφέρει εδώ) ισχύουν από την δημοσίευσή του, δηλαδή για τις περιπτώσεις ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, από 5-2-2016 και μετά.
     Στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4364/2016, στο Ειδικό Μέρος (επί των άρθρων του σχεδίου νόμου) αναφέρεται, για το άρθρο 235, ότι «Στο άρθρο 235 προβλέπεται ότι η ασφαλιστική επιχείρηση τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση με απόφαση της Εποπτικής Αρχής για τους λόγους και με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 114 του νόμου…. Προφανής σκοπός της διάταξης είναι η κατοχύρωση, μέσω των ανωτέρω διαδικασιών, της ομαλής εκκαθάρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης προς το συμφέρον των ασφαλισμένων», για το άρθρο 239, ότι «Στο άρθρο 239 προβλέπεται ότι για την εξυπηρέτηση του σκοπού της διασφάλισης της ικανοποίησης των δικαιούχων από ασφάλιση, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής ενημερώνει τακτικά με τον πλέον πρόσφορο τρόπο τους δικαιούχους απαιτήσεων από ασφάλιση και τους λοιπούς πιστωτές σχετικά με την πορεία της εκκαθάρισης. Όλες οι αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για τη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και τη διευκόλυνση της περάτωσης της εκκαθάρισης. Αντιστοίχως, εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό…»2.
      2.- Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4364/2016, προκύπτει ότι:
     α) Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 239 του Ν. 4364/2016 αποτελούν μεταφορά της καταργηθείσας διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 12α παρ. 6 του ΝΔ 400/1970, συγχρόνως όμως με τις νέες αυτές διατάξεις προσδιορίζεται με σαφήνεια σε ποιες συγκεκριμένες διαφορές αναφέρονται οι ρυθμίσεις των διατάξεων αυτών.
     Έτσι,  οι διατάξεις αυτές, όπως ρητά ορίζεται στην παράγραφο 4 («Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών») αφορούν μόνο, στις αγωγές ασφαλιστικής εταιρίας οι οποίες είχαν ασκηθεί πριν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας και την υπαγωγή της σε ασφαλιστική εκκαθάριση, κατά των οφειλετών αυτής (ασφαλισμένων, πρακτόρων κλπ), και εκκρεμούν  (ανεξάρτητα αν στο πρώτο ή δεύτερο βαθμό), και στις αγωγές που ασκούνται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, μετά την υπαγωγή της ασφαλιστικής επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση, επίσης κατά των οφειλετών της εταιρίας. Καθιερώνεται λοιπόν η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ως αποκλειστική για την εκδίκαση μόνο των αγωγών αυτών του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά των οφειλετών, είναι εκκρεμείς (σε οποιοδήποτε βαθμό) είτε ασκούνται το πρώτον, και ορίζεται για όσες από τις αγωγές αυτές εκκρεμούν στον πρώτο βαθμό, ως αποκλειστικά αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκασή τους καθ’ ύλην το μονομελές πρωτοδικείο, ανεξαρτήτως ποσού, και κατά τόπον αυτό της έδρας της επιχείρησης.
     β) Οι άνω διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 239 του Ν. 4364//2016 δεν αφορούν αγωγές αποζημιώσεως τρίτων ζημιωθέντων σε αυτοκινητικό ατύχημα κατά της ασφαλιστικής εταιρίας που ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο (με σύμβαση ασφαλίσεως καλύπτουσα την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και του οδηγού αυτού), της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, είτε είναι εκκρεμείς είτε όχι3. Οι σχετικές δίκες αρχίζουν (αν δεν είχε ασκηθεί αγωγή πριν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης) και συνεχίζονται (εφόσον είναι εκκρεμείς) κατά της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας εκπροσωπούμενης από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, ενώπιον των αρμοδίων καθ’ ύλην και κατά τόπον δικαστηρίων, τα οποία  δικάζουν κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 614 αρ, 6 και 591 ΚΠολΔ, διαδικασία που είναι αποκλειστική4, όπως αναφέρεται παραπάνω. Περαιτέρω, αν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση κατά της ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, η έφεση ασκείται κατά της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας εκπροσωπουμένης από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή ή από ασφαλιστικό εκκαθαριστή. Αν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση έχουν εφαρμογή οι περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρα 321 επ).
     Τα παραπάνω δεν στερούν βέβαια το δικαίωμα από τους ζημιωθέντες τρίτους να ασκήσουν τις αξιώσεις τους κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, με βάση την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2, περ. γ΄ του κ.ν. 489/1976, που ορίζει ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει αποζημίωση στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν και όταν «γ) …ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου», δεδομένου ότι η διάταξη αυτή εξακολουθεί να ισχύει (παρά την κατάργηση, με το άρθρο 53 του Ν. 4438/2016, ΦΕΚ Α’ 220/28-11-2016, του άρθρου 25 παρ. 4 του κ.ν. 489/1976, που όριζε ότι «Από τηv ημερoμηvία πoυ η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή αvακαλείται η άδεια λειτoυργίας της, για παράβαση vόμoυ, τo ΕΠIΚΟΥΡIΚΟ ΚΕΦΑΛΑIΟ υπεισέρχεται αυτoδίκαια, στo σύvoλo τωv δικαιωμάτωv και υπoχρεώσεωv της ασφαλιστικής επιχείρησης, πoυ πηγάζoυv από ασφαλιστικές συμβάσεις τoυ Κλάδoυ Αστικής Ευθύvης από χερσαία αυτoκίvητα oχήματα. Εκκρεμείς δίκες συvεχίζovται χωρίς άλλo από τo Επικoυρικό Κεφάλαιo»).
     Και στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις της ειδικής διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρα 614 αρ. 6 και 591 ΚΠολΔ).
     γ.-  Ειδικότερα:
    γ1) Όπως αναφέρεται και παραπάνω, οι διατάξεις του ΝΔ 400/1970 και ειδικότερα τα άρθρα 10 και 12α αυτού, στα οποία οριζόταν η διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σε περίπτωση ανάκλησης  της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης (οι διατάξεις αυτές μεταφέρθηκαν στον Ν. 4364/2016) δεν είχαν εφαρμογή στην υποχρεωτική ασφάλιση του κλάδου αστικής ευθύνης αυτοκινήτων (δηλαδή στις περιπτώσεις που η ασφαλιστική εταιρία της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασκούσε τον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων), διότι οι σχετικές αξιώσεις ρυθμίζονταν (και συνεχίζουν να ρυθμίζονται και μετά τον Ν. 4364/2016) από τον κ.ν. 489/1976). Οι δύο παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 239 του Ν. 4364/2016, είναι μεταφορά της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, αποτελουμένης από δύο εδάφια (δηλαδή τα δύο εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, έγιναν παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 239 του Ν. 4364/2016).
     γ2) Από την γραμματική και τελολογική ερμηνεία των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 239 του Ν. 4364/2014, σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, στην οποία εκτός των άλλων αναφέρεται ως σκοπός θέσπισης των διατάξεων αυτών, η ομαλή εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης προς το συμφέρον των ασφαλισμένων, αλλά και με το περιεχόμενο της καταργηθείσας διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970,  προκύπτει χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ότι,
     αα) μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης και την θέση της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση την διοίκηση και εκπροσώπηση αυτής αναλαμβάνει ο εκκαθαριστής,
     ββ) προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας σχετικά με τις υποθέσεις που υπάγονται στις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 239 (αμφιβολία την οποία ενδεχομένως μπορούσε να δημιουργήσει η διατύπωση της καταργηθείσας πλέον διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του Ν.Δ. 400/1970, στην οποία χρησιμοποιούνταν οι φράσεις «εκκρεμείς δίκες» και «εκκρεμείς διαφορές»), διευκρινίζεται πλέον με σαφήνεια ότι πρόκειται μόνο για τις «αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών» και προφανώς δεν πρόκειται για αγωγικές αξιώσεις των ζημιωθέντων τρίτων κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης και των ασφαλισμένων αυτής εναντίον της και αφορούν τον κλάδο της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτων,
     γγ) το γεγονός ότι ο νομοθέτης, κατά την μεταφορά των δύο εδαφίων της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, στο άρθρο 239 του Ν. 4366, προτίμησε την διατύπωσή τους σε δύο παραγράφους, 4 (στην οποία μεταφέρθηκε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, με την προσθήκη της φράσης «Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά των οφειλετών», προς διευκρίνιση και προσδιορισμό των φράσεων «εκκρεμείς δίκες» και «εκκρεμείς διαφορές») και 5  (στην οποία μεταφέρθηκε ως είχε το περιεχόμενο του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970), δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική ερμηνεία (ότι δηλαδή οι ρυθμίσεις αυτές δεν αφορούν μόνο αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών, αλλά και αγωγές των ζημιωθέντων τρίτων σε αυτοκινητικό ατύχημα κατά της ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και τέθηκε υπό ασφαλιστική εκκαθάριση),
     δδ) αν ο νομοθέτης ήθελε να περιλάβει στην διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 239 και τις εκκρεμείς αγωγές κατά της ασφαλιστικής εταιρίας που ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση (δηλαδή αγωγές τρίτων ζημιωθέντων σε αυτοκινητικό ατύχημα), θα το όριζε ρητά (όπως ρητά όρισε στην παράγραφο 4 «αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών») και ως εκ τούτου η σωστή ερμηνεία της διάταξης αυτής είναι ότι αφορά αποκλειστικά και μόνο τις διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 4,
     εε) επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι στην αιτιολογική έκθεση οι δύο αυτές παράγραφοι συνδέονται μεταξύ τους με το επίρρημα «Αντιστοίχως» (= αναλόγως), που σημαίνει ότι ο νομοθέτης, με την παράγραφο 5, αναφέρεται στις εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό διαφορές (αγωγές) της παραγράφου 4 («αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών»), ανεξάρτητα βέβαια από το γεγονός ότι στο κείμενο του νόμου έχει παραληφθεί (ως περιττή) η λέξη «αντιστοίχως». 
     γ3) Για τις αγωγές αυτές που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 (αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών, και όχι αγωγές ζημιωθέντων σε αυτοκινητικό ατύχημα κατά της ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας), 1) είτε ασκούνται το πρώτον είτε είναι εκκρεμείς (σε οποιοδήποτε βαθμό)  ορίζεται, ως διαδικασία για την εκδίκασή τους  αυτή των ασφαλιστικών μέτρων και  2) εφόσον είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, ορίζεται ως αποκλειστικά αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο, το Μονομελές Πρωτοδικείο (ανεξαρτήτως ποσού), και κατά τόπο αυτό της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης (ενώπιον του οποίου εισάγονται με κλήση), ο λόγος δε θέσπισης των διατάξεων αυτών είναι η  ομαλή και ταχεία εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, όσον αφορά τις απαιτήσεις της έναντι των οφειλετών της, έτσι ώστε να έχει την δυνατότητα ο εκκαθαριστής να συγκεντρώσει έγκαιρα χρήματα  και να περατώσει την εκκαθάριση προς το συμφέρον των ασφαλισμένων, στο οποίο αποσκοπεί η ασφαλιστική εκκαθάριση, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νόμου. Η συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ και του Πτωχευτικού Κώδικα, στην οποία αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 235 παρ. 3 του Ν. 4366, αφορά επίσης τις αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή και την διαδικασία των επαληθεύσεων.   
     δ) Μέχρι σήμερα, εξ όσων γνωρίζω, η μοναδική απόφαση η οποία έχει εκδοθεί υπό την ισχύ των νέων ως άνω διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του Ν. 4364/2016 είναι η υπ’ αριθ. 3965/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), η οποία αφορούσε αγωγή ασφαλιστικής εταιρίας τελούσας σε ασφαλιστική εκκαθάριση κατά ασφαλιστικού της συμβούλου για καταβολή ασφαλίστρων τα οποία είχε εισπράξει και δεν είχε αποδώσει σαυτήν. Η απόφαση αυτή ερμηνεύοντας τις άνω διατάξεις δέχθηκε ότι: «Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 239 παρ. 5 Ν. 4364/2016, εκκρεμείς εισέτι, κατά τον χρόνο εφαρμογής του νόμου αυτού, διαφορές από αξιώσεις ασφαλιστικού εκκαθαριστή, κατά οφειλετών της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας, εισάγονται με κλήση, οποιουδήποτε νομιμοποιούμενου, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου νόμου, ανεξάρτητα από το ποσό. Έτσι, στις διαφορές αυτές, ακόμα και αν έχουν εισαχθεί σε άλλο δικαστήριο, επιβάλλεται η συνέχιση των εκκρεμών δικών από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ακόμη και αν οι δίκες αυτές δεν έχουν περαιωθεί στο Δικαστήριο στο οποίο εισήχθησαν, με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται στον ΚΠολΔ, σχετικά με την κατάργηση της δίκης, δηλαδή με παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής που εισήχθη, αρχικά σε άλλο δικαστήριο, από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας, συμβιβασμό ή έκδοση απόφασης, οριστικής ή παραπεμπτικής στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας)».
    Να σημειωθεί δε ότι, καμία από τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί υπό των ισχύ της παραγράφου  6 του άρθρου 12α του καταργηθέντος ΝΔ 400/1970 δεν αφορούσε σε αγωγή αποζημιώσεως τρίτου ζημιωθέντος κατά ασφαλιστικής εταιρίας καλύπτουσας την έναντι τρίτων αστική ευθύνης από αυτοκίνητα (υποχρεωτική ασφάλιση).
    ε) Υπό την αντίθετη εκδοχή (την οποία θεωρώ εσφαλμένη), ότι δηλαδή σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης και θέσεως αυτής σε ασφαλιστική  εκκαθάριση, όλες οι εναντίον της αγωγές αποζημιώσεως των ζημιωθέντων σε αυτοκινητικό ατύχημα (οι οποίες με τον Ν. 4335/2015 έχουν υπαχθεί στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα, κατ’ άρθρο 614 αρ. 6 ΚΠολΔ), καταργούνται όλες οι διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον Ν. 4335/2015, που αφορούν στην ειδική αυτή διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, δηλαδή αφενός του άρθρο 591 ΚΠολΔ, αφετέρου των άρθρων 1-590 του ΚΠολΔ  (στα οποία παραπέμπει το άρθρο 591 παρ. 1,  υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών), για την αρμοδιότητα (καθ’ ύλη και κατά τόπο), για την συνεκδίκαση συναφών αγωγών, για την συμμετοχή τρίτων στη δίκη, για την διαδικασία επίλυσης των διαφορών, για την απόδειξη, για τα ένδικα μέσα κλπ. Δεν προκύπτει, ούτε καν διαφαίνεται, θέληση του νομοθέτη στο  Ν. 4364/2016 να καταργήσει όλες τις διατάξεων του νέου ΚΠολΔ (Ν. 4335/2015) που αφορούν την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα και να υπαγάγει τις εκκρεμείς υποθέσεις της ειδικής αυτής διαδικασίας (περιλαμβανομένων των αγωγών αποζημιώσεως τρίτων ζημιωθέντων σε αυτοκινητικό ατύχημα), ανεξαρτήτως ποσού στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο αυτού. Άλλωστε, αν ο νομοθέτης ήθελε, με την θέσπιση της διάταξης του άρθρου 239 παρ. 5 του Ν. 4364/2016, να περιλάβει και τις αυτοκινητικές διαφορές και να καταργήσει όλες τις άνω διατάξεις του ΚΠολΔ για την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα ή μερικές από αυτές, αφενός θα το όριζε ρητά στην παράγραφο αυτή (5), αφετέρου θα περιλάμβανε στο άρθρο 278 αυτού (καταργούμενες διατάξεις) και τις παραπάνω διατάξεις του ΚΠολΔ.
     Υπό την εσφαλμένη αυτή εκδοχή θα οδηγούμεθα σε παράδοξα αποτελέσματα,  αντίθετα με τον σκοπό θέσπισης των νέων διατάξεων του ΚΠολΔ του Ν. 4335/2015, ο οποίος, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού είναι «ΙΙ. Σκοπός των προτεινόμενων ρυθμίσεων. 1. Το δικονομικό δίκαιο λειτουργικά και τελολογικά έχει μια βοηθητική ή εξυπηρετική λειτουργία απέναντι στο ουσιαστικό δίκαιο, αφού κύριος σκοπός της πολιτικής δίκης είναι η προστασία των ουσιαστικών δικαιωμάτων, η οποία πραγματοποιείται με την αναγνώριση, ενδεχομένως την διάπλαση, όπως επίσης και την πραγμάτωσή τους. Βασική προϋπόθεση για να επιτελέσει η πολιτική δίκη τον ανωτέρω σκοπό της είναι η έκδοση ορθής και δίκαιας αποφάσεως, σε συνδυασμό όμως με την ανάγκη για απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο με βάση την αρχή της οικονομίας της δίκης»5.
     Ένα απλό παράδειγμα: Δύο αντίθετες αγωγές αποζημιώσεως ζημιωθέντων στο ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, για υλικές ζημιές, με αντικείμενο  300 € κάθε μία, στρεφόμενες εναντίον δύο διαφορετικών ασφαλιστικών εταιρών (με έδρα την Αθήνα), έχουν ασκηθεί και εκκρεμούν για συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κισάμου ή Ορεστιάδας. Πριν την συζήτηση (δηλαδή διαρκούσης της εκκρεμοδικίας) ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της μίας από τις δύο ασφαλιστικές εταιρίες. Με βάση την εσφαλμένη ως άνω εκδοχή,  η μεν αγωγή που στρέφεται κατά ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας, μετά την εκκρεμοδικία, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας θα εισαχθεί προς συζήτηση με κλήση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (έδρα της εταιρίας), το οποίο θα δικάσει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ η αντίθετη αγωγή που στρέφεται κατά υγιούς ασφαλιστικής εταιρίας θα συζητηθεί στο Ειρηνοδικείο Κισάμου ή Ορεστιάδας, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών  για ζημιές από αυτοκίνητα.
     Κάτι τέτοιο θα κατέληγε σε στρεψοδικία, γιατί προφανώς ο ενάγων της αγωγής στην οποία της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, δεν θα θελήσει να συνεχίσει τη δίκη αφού αφενός η συζήτηση της υπόθεσής  του θα καθυστερήσει πολύ, αφετέρου τα έξοδα στα οποία θα πρέπει να υποβληθεί είναι πολλαπλάσια από το αίτημα της αγωγής (300 €).
Περαιτέρω καταστρατηγείται ο σκοπός  θέσπισης των νέων ρυθμίσεων του ΚΠολΔ με τον Ν. 4335/2015, ο οποίος, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεσή του είναι η έκδοση ορθής και δίκαιης αποφάσεως, σε συνδυασμό με την ανάγκη για απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο με βάση την αρχή της οικονομίας της δίκης.
Ιωάννης Γεωργίου Μανουσάκης
Δικηγόρος Αθηνών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"